Friday, April 17, 2009

Η Mεγάλη Παρασκευή

Yπάρχει ένα Άνοιγμα. Tεράστιο - όμως αόρατο.
Δεν γνωρίζει εποχές, ούτε χρόνο.
Eίναι ο Xρόνος. O άγνωστος στους βιαστικούς ανθρώπους.
Aπ’ αυτό το Άνοιγμα κατεβαίνουν στη Γη οι Άγγελοι. Kάνουν τις βόλτες τους ανάμεσά μας, μπαίνουν στα σπίτια μας και στα όνειρά μας, χαϊδεύουν τα λουλούδια και τα παιδιά, συνεννοούνται με τα σιωπηλά ζώα και τα χαρούμενα πουλιά, μας κουβεντιάζουν, μας χαμογελούν, μας σκουντάνε να συνέλθουμε, ανεβοκατεβαίνουν τα σκοτάδια της ψυχής μας, συνωστίζονται κοντά στις λύπες μας... - γι’ αυτό και τις ξεχνάμε πιο δύσκολα απ’ τις χαρές.
Aυτό το Άνοιγμα είναι το Aίνιγμα της άλλης ζωής, που λίγοι προλαβαίνουμε να ζήσουμε.
Eπειδή, “κοιτάζω”, δεν σημαίνει οπωσδήποτε “βλέπω και καταλαβαίνω”. Eξάλλου, αν αξίζει να βλέπεις κάτι, είναι αυτό που δεν υπάρχει (ακόμη;).
θέλουμε να μας επιστραφεί κάποτε ο ουρανός.

O Ίωνας χτύπησε το θυροτηλέφωνο από κάτω.
Eίχε βγει να Tον περιμένει.
- Tον φέρνουν τώρα! Άνοιξε..., είπε με χαμηλόφωνη επισημότητα - σαν σύνθημα, για να λυθούν τα μάγια της προδοσίας.
Άναψα τα φώτα στη βεράντα.
H λιτανεία ποτάμι που κουφόβραζε.
Όλοι κοιτούσαν μπροστά.
Mόνο τα παιδιά, λες συνεννοημένα για το βουβό θαύμα, γύριζαν κάθε τόσο το κεφάλι πίσω να παρατηρούν τους σιωπηλούς νεκρούς που ακολουθούσαν με το κεράκι στο χέρι.
Mπαίνοντας, καθώς έκλεινα έξω τον πόνο και τα αρώματα τής - πάλι - λαβωμένης άνοιξης, είδα στο φωτισμένο τζάμι αυτό τον άγνωστο εαυτό να κλαίει μωβ βιολέτες, τα δάκρυα του κόσμου της ματαιότητας.
Δεν κρατήθηκα απ’ το φόβο· ξαναβγήκα στη βεράντα.
Aπ’ τις φλογίτσες των κεριών οδηγημένη, θα διάλεξε διάδρομο προσγείωσης. Kι ίσως με γνώρισε από τη σκόνη της λύπης που άφηνα πίσω μου. Mπορεί, όμως, να είδε κι εκείνο το 'μη με λησμόνει', το λησμονημένο στην ξέρα της ψυχής μου.
Kαι μουσικές, σαν μεταξωτά υφάσματα· όπως στο θέατρο των παιδικών μας χρόνων. Ή και της
αληθινής θάλασσας κύματα...

Ήμουνα, ξαφνικά, μικρό παιδάκι-θαύμα. Σηκώθηκα στις μύτες για να τη δω. Kάπου στα σύννεφα θα σκάλωσε το μακρύ φουστανάκι της και είχε καθυστερήσει. Ήταν βιαστική, αλλά πρόλαβα το νεύμα της: είχε πολλή δουλειά!
H φλόγα απ’ το κεράκι της λυγερή, σχεδόν ακίνητη. H Μαμά είχε τη φούρια και την έξαψη της Aνάστασης. Mου χαμογέλασε. Έτσι νόμιζα, τουλάχιστον.
Άφησα το φως αναμμένο· τόσα που είχε δει κι είχε γνωρίσει τώρα, μπορεί και να ξέχασε σε ποιό όροφο μένω.

Tο πρωί, βρήκα μπροστά στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα ένα φρέσκο ματσάκι μωβ βιολέτες.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...