Monday, November 1, 2010

Το σκορ

Πέφτουν πραξικοπήματα μέσα στο μικρόφωνο. Το ένα μετά το άλλο. Με αποτέλεσμα – θες η απόσταση, θες τα παράσιτα απ’ την φωνή του άγνωστου άνδρα που μεταδίδει τον αγώνα – να ακούγονται σαν ταμπούρλα, φορές σαν δυνατές βροντές, κι άλλες, σαν ομοβροντίες από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, παρότρυνση για τα περασμένα, μελωδική.

Οι θεατές, λες κι έπιασαν το νήμα απ’ την αρχή, τραγουδάνε ομόθυμα παράφωνα κάτι παλιά από ένδοξες Νύχτες της Μόσχας και μυρωδάτα σαμοβάρι, ξεχνώντας τα βέβηλα και τις παραλυτικές συνήθειες, που οδηγούσαν κατευθείαν στην σάπια Αυλή και τον ανθίζοντα Ρασπούτιν – και, να, η Αυτοκρατορία μες στις λάσπες.

Τα ανθάκια που μπορεί να βλέπεις πέρα στους βάλτους, είναι αυτά που γέννησαν τα δάκρυα του Ταρκόφσκι – κι από τότε όλο κλαίει ο ουρανός (τους).

Στο μεταξύ, έχω μπλεχτεί στην ομίχλη του ‘Αουρόρα’. Σηκώνω το πέπλο του παρόντος: α, να ’τος! Είναι ακόμα εδώ, ο πλοίαρχος με τα συγκινημένα μάτια, όταν μας ξεναγούσε. Σαν να ήθελε να μην σκέφτεται την πατρίδα μου – να εξαφανιστώ κι εγώ που του προξενούσα τα ίδια και τα ίδια συναισθήματα. Άλλη χάρη έχει αυτό το βασανιστήριο.

Γιατί, αν υπολογίσεις τα άκαρπα ταξίδια της καρδιάς στην σοφία, και τον - πιο μοιραίο κι από μόνιμο - θρίαμβο της στέπας στο σώμα του φωτός, οδηγείσαι στον μονόδρομο της μοναξιάς και σχίζεται η Υδρόγειος: εις τα εξ ων συνετέθη ο αόρατος μοχλός.

Ένας μεγεθυντικός φακός ενεδρεύει στα χαλάσματα – εκεί που μόνο το κίτρινο και παράταιρα ζωηρό υπάρχει ως κραυγαλέα νοσταλγία – κι αντανακλά όλες τις ψυχές που χάνονται επαναληπτικά και ακατάπαυστα μέσα στις μελλοντικές επαναστάσεις. Ασπρόμαυρες δίνες.

Περίφημα, επίσης – για να σε βάλω στο κλίμα – τα κατεψυγμένα άκρα. Και χωρίς μπότες.

Ένας αθέατος λήσταρχος περιφέρεται ανάμεσα γλίτσα και σκοτάδι, που ξεριζώνει σωθικά˙ με τον ομφάλιο λώρο του ασίγαστα δεμένο στην αδικία του κόσμου.

Τι κάνουμε τώρα; λέει ο Ίωνας, ανήσυχος για το νέο πραξικόπημα – χωρίς να περιμένει απάντηση – και σηκώνει τα μανίκια.

Τα μπράτσα του ακόμα ηλιοκαμένα. Με ξανθές τριχούλες πού και πού˙ όπως στην άμμο ο ήλιος. Κι εγώ να είμαι το κοχύλι. Ή, άντε, η ίδια η θάλασσα. Εσύ, το πλοίο που θα μας ταξιδέψει. Και γύρω όλο θάλασσα – θα βλέπεις μόνο εμένα.

Μετά, θα είσαι το νησί – να θέλω να σε φτάσω.

Έτσι ζεσταίνεται το άγριο κρύο του σκοταδιού του αφιλόξενου – ανάμεσα στα αποτσίγαρα, τις μυρωδιές των αισθήσεων και το μελένιο λίγωμα της δίνης. Ηδονής σταγόνες, ευφρόσυνα αστράκια στο ταβάνι κ.λπ. – δεν γουστάρω να περι-γράφω τον έρωτα.

Όπως και τις λέξεις˙ δεν μ’ αρέσει να τις φυλακίζω. Τις θέλω ανυπότακτα άγνωστες και ακατάστατες – να με σηκώνουνε πάνω απ’ τις κορφές των δέντρων, να πετάνε για να έχουν βάρος – γυμνές να περιφέρονται, ώσπου να γίνουν φρούτα.

Όπως οι στίχοι: αν είναι σίγουροι και δυνατοί, μπαίνουν γλυκύτατοι στα δωμάτια της μουσικής και φτιάχνουν σπιτικό-τραγούδια.

Ύστερα ντυθήκαμε ζεστές καρδιές και είπαμε να τις κάνουμε μια βόλτα στα πεζοδρόμια της ερημιάς – ν’ ακούσουμε πώς φυσάει τα χνώτα τους ο βοριάς˙ και τα πεσμένα φύλλα στήνουν ξένοιαστο χορό με τις αυριανές φουρτούνες.

Στην στροφή, του είπα ότι το ξημέρωμα, θα μπω στο διαστημόπλοιο να πάω πάλι στον Μεγάλο Ωκεανό να του ζητήσω χάρες. Και να με γνωρίσω απ’ την αρχή – αλλιώς, δεν αντέχεται αυτός ο όλο χειμώνας. Και με πουλημένο διαιτητή.

Γιατί, βλέπεις, σπάει πόρτες και παράθυρα σαν αδίστακτος ληστής, η πραγματικότητα – κι ορμάει μέσα στις ζωές μας – φυλάξου! – να μας συλλάβει, να φάει τις σάρκες μας ει δυνατόν.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...