Saturday, March 6, 2010

Έξω ψηλά

M’ αρέσουν τα μικρά ποιήματα
γιατί είναι του χεριού μου
που μέσα τους δεν χάνομαι
– όταν ξάφνου αγριεύομαι
κι απ’ το όνειρο πετιέμαι
να ξέρω πως στα σκοτεινά νερά
ψηλαφώντας όλα τα φτάνω -
και βγαίνω απ’ το λαβύρινθο
πριν να μου βγει η ψυχή.

Kαι το ίδιο το Aνέφικτο
είναι πελαγωμένο.

Όμως, κι αυτό που ακολουθεί, 'ποίημα' είναι
(θα καταλάβει, δηλ., τουλάχιστον 2-3 σελίδες στο βιβλίο)˙
για οικονομία χώρου, εδώ, συμπτύσσεται και παίζει το πεζό
(για το καυτό πεζούλι τού καλοκαιριού, ενδεχομένως)
- εξάλλου, τον πρώτο λόγο έχουν τώρα τα εκτυφλωτικά λουλούδια.
Εσύ, κάνε τις παύσεις όπου νιώθεις˙
πως θέλεις να ξεκουραστείς, να ξαποστάσεις.

Έξω ψηλά

Μ’ εγκαταλείπει η φωνή μου τελευταία δεν έχει δύναμη δεν βγαίνει πια έξω στις αρένες έχει φτιάξει έναν όμορφο μέσα κήπο γιατί το μυστήριο προϋποθέτει ερήμωση και σιγανά μιλήματα ή καλύτερα απόντα˙ μόνο να υψώνονται καπνοί αναθρώσκοντες από αγνώστου πατρός ταπεινή οικία και να καλούν τα άμαθα πετούμενα στο φως σκοτάδι.

Σαν τη ζωή που σκοντάφτει στην ίδια της την ομορφιά
κι ύστερα ανάπηρη την φτιάχνουν άλλοι.

Φαντάσματα εν χορώ παλιοί μας γνώριμοι - μόνο που τώρα με φτερούγες - έχουνε σύναξη νυχτερινή με πούλιες και λαχτάρες ως να γονατίσει σε φύλλα καστανιάς νεόκοπα η ψυχή για να ονειρευτεί τα ιπτάμενα ταξίδια λίγο πριν νέος αμέτοχος των επιγείων ανοίξει τον ουρανό και χτυπήσει το κουδούνι του σύννεφου για το τέλος του διαλείμματος.
Με πιάνουν τώρα τα κρινένια δαχτυλάκια της ψυχής ανάσας μου πτυχή μικρούλα απ’ τον άνεμο φουστάνι μαζί για να πετάξουμε στους μυρωμένους λαβυρίνθους που βγάζουν πάλι επίτηδες εκεί στην ξέρα της δοκιμασίας˙ κι ύστερα έρχονται έφιπποι τυμπανιστές στρογγυλοκάθονται στο δεξιό ημισφαίριο και ξεδιπλώνουν την παλέτα
με τα χρώματα της δύσης.

Ώσπου να φέξει μου αποκαλύπτουν εκ του σύνεγγυς διαδρομές των άστρων
ακαταπαύστως κινούμενοι
άμφω των ουρανίων
και τσούζουνε τα μάτια μου από την αγρυπνία των θαυμάτων.

Στα υψηλά αίθρια του Παραδείσου τζιτζίκι ξέμεινε και τιτιβίζει αμετανόητο σπάζουν χορδές τα ορατόρια των αγγέλων για να δεθεί η σάρκα ανατρίχιασμα στο αδιάφορο ρυάκι.

Μες στων ανθρώπων τις ψυχές φυσάει δειλά η άνοιξη δες κάτω, πρασινίζει ακάθεκτα
το αντίπαλον του θόλου˙ μα για τους τυχερούς με υφάσματα του ουρανού χρυσοκεντημένα και με δαντέλες από αφρό κυμάτων θα κατεβάσει την αυλαία ο χρόνος.

Φτάνει, λοιπόν˙ να κλείσουμε. Και βλέπουμε στο δρόμο

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...