Showing posts with label 21 γραμμαρια. Show all posts
Showing posts with label 21 γραμμαρια. Show all posts

Friday, April 16, 2010

Ξημεροβρα...δια(βα)σματα

Λέω πάντα το λιγότερο
κι όλο συμβαίνει το απρόσμενο
με λύνει και με δένει το ανείπωτο στα σύννεφα
σκονίτσα πιο χαμένη απ’ τα πουλιά
μήπως με χάσει και το χάος
σε τόπους και μυστήρια ξεδιπλωμένα
στην μαγική παλέτα τού Άγνωστού μου
μα είναι το μέλλον που κοιτάζει
από τις χαραμάδες μου
κι όλο φυτρώνουν τα ποιήματα μακριά μου.

Τα βιαστικά με προσπερνούν
– θα ’χουν το λόγο τους –
οι άνθρωποι έτσι κι αλλιώς μιλούν
συνέχεια χωρίς να τους ρωτήσεις˙
άλλοι κραυγές πίσω απ’ τις μάσκες τους
αρπαχτικά
σε άλλα σημεία έρπουν και τα τέρατα
κι η νύχτα ακόμα φρίττει από την αδιακρισία
τών αστεριών
– ω, αθωότητα λαμπρή
στου πλήθους το σκοτάδι.

Φυσούν όλα τα αντίξοα απέναντι στο γαλανό
– κι εγώ μες στο σωρό με τα ματαιωμένα
θεατής –
Αλίκη δεν με λένε και τα θαύματα
τινάζουν από πάνω μου τα φύλλα
ο αέρας αναστατώνεται
κι όχι τα άχρηστα εγώ
που κουβαλάω ένα πίσω απ’ τ’ άλλο
για τις μεταμφιέσεις τού μικρόκοσμου
ή τις παρερμηνείες που το Αιώνιο τυφλώνει.

Και τότε αναπάντεχα
δεν θέλω
να θυμάμαι.

Είναι η ώρα που επιστρέφω πια στα γήινα
και απλώς τινάζω ψίχουλα απ’ το μπαλκόνι
στους φίλους που ζηλεύω από τα ξημερώματα
– έτσι τους καλοπιάνω για να μου χαρίζουνε
την επιούσια πτήση τής ημέρας.

Η κλαίουσα και το αγιόκλημα στη θέση τους.
Ακόμα.

Thursday, March 18, 2010

Ουρανόσιτος

Στα νέφη χωρίς νέφωση
εξορία διγενής μονοκατάληκτη
συνήθεια αρχαιόθεν τα καρφιά της ηλιαχτίδας
- αφροδίσια ποιήματα σε κύκλο
καθ' έξιν αιχμαλωσία θαλάσσης
εσθήτα το διάφανο και αύρα το χαρμόσυνο
μέλος τού Λουίτζι Μποκερίνι -
με το μαρτύριο του χάους κατά νου
πέφτω στη γη και γεύομαι
μονάχα ανηφόρες ανοιχτών μεσημεριών
για να πολλαπλασιάζομαι στην ερημία του πλήθους
να με ληστεύει απρόσκοπτα η πραγματικότητα
ανάμεσα Διγενή και πιθάρι
ώσπου τα κόκκαλα γυμνά
από τα γαλάζια χάδια της φλέβας
και τα τυχερά λουλούδια του Επιλόγου
να αναπνεύσουν πάλι Ελευθερία.

Εδώ, που δεν γνωρίζω ούτε τον εαυτό μου
σε μακροβούτια άπληστα για εκπλήξεις ανθισμένες
μόνιμο έρωτα με την έλλειψη
βαρύτητας
και δωρεάν ευτυχίες δίχως τσέπες,

έχω αρνηθεί επανειλημμένως
να επωμιστώ την ευθύνη
της Άνοιξης: αυτή η αμαρτία μου.

Υ/γ: Μου το φυλάς, αν θες, για επικήδειο.

Saturday, March 6, 2010

Έξω ψηλά

M’ αρέσουν τα μικρά ποιήματα
γιατί είναι του χεριού μου
που μέσα τους δεν χάνομαι
– όταν ξάφνου αγριεύομαι
κι απ’ το όνειρο πετιέμαι
να ξέρω πως στα σκοτεινά νερά
ψηλαφώντας όλα τα φτάνω -
και βγαίνω απ’ το λαβύρινθο
πριν να μου βγει η ψυχή.

Kαι το ίδιο το Aνέφικτο
είναι πελαγωμένο.

Όμως, κι αυτό που ακολουθεί, 'ποίημα' είναι
(θα καταλάβει, δηλ., τουλάχιστον 2-3 σελίδες στο βιβλίο)˙
για οικονομία χώρου, εδώ, συμπτύσσεται και παίζει το πεζό
(για το καυτό πεζούλι τού καλοκαιριού, ενδεχομένως)
- εξάλλου, τον πρώτο λόγο έχουν τώρα τα εκτυφλωτικά λουλούδια.
Εσύ, κάνε τις παύσεις όπου νιώθεις˙
πως θέλεις να ξεκουραστείς, να ξαποστάσεις.

Έξω ψηλά

Μ’ εγκαταλείπει η φωνή μου τελευταία δεν έχει δύναμη δεν βγαίνει πια έξω στις αρένες έχει φτιάξει έναν όμορφο μέσα κήπο γιατί το μυστήριο προϋποθέτει ερήμωση και σιγανά μιλήματα ή καλύτερα απόντα˙ μόνο να υψώνονται καπνοί αναθρώσκοντες από αγνώστου πατρός ταπεινή οικία και να καλούν τα άμαθα πετούμενα στο φως σκοτάδι.

Σαν τη ζωή που σκοντάφτει στην ίδια της την ομορφιά
κι ύστερα ανάπηρη την φτιάχνουν άλλοι.

Φαντάσματα εν χορώ παλιοί μας γνώριμοι - μόνο που τώρα με φτερούγες - έχουνε σύναξη νυχτερινή με πούλιες και λαχτάρες ως να γονατίσει σε φύλλα καστανιάς νεόκοπα η ψυχή για να ονειρευτεί τα ιπτάμενα ταξίδια λίγο πριν νέος αμέτοχος των επιγείων ανοίξει τον ουρανό και χτυπήσει το κουδούνι του σύννεφου για το τέλος του διαλείμματος.
Με πιάνουν τώρα τα κρινένια δαχτυλάκια της ψυχής ανάσας μου πτυχή μικρούλα απ’ τον άνεμο φουστάνι μαζί για να πετάξουμε στους μυρωμένους λαβυρίνθους που βγάζουν πάλι επίτηδες εκεί στην ξέρα της δοκιμασίας˙ κι ύστερα έρχονται έφιπποι τυμπανιστές στρογγυλοκάθονται στο δεξιό ημισφαίριο και ξεδιπλώνουν την παλέτα
με τα χρώματα της δύσης.

Ώσπου να φέξει μου αποκαλύπτουν εκ του σύνεγγυς διαδρομές των άστρων
ακαταπαύστως κινούμενοι
άμφω των ουρανίων
και τσούζουνε τα μάτια μου από την αγρυπνία των θαυμάτων.

Στα υψηλά αίθρια του Παραδείσου τζιτζίκι ξέμεινε και τιτιβίζει αμετανόητο σπάζουν χορδές τα ορατόρια των αγγέλων για να δεθεί η σάρκα ανατρίχιασμα στο αδιάφορο ρυάκι.

Μες στων ανθρώπων τις ψυχές φυσάει δειλά η άνοιξη δες κάτω, πρασινίζει ακάθεκτα
το αντίπαλον του θόλου˙ μα για τους τυχερούς με υφάσματα του ουρανού χρυσοκεντημένα και με δαντέλες από αφρό κυμάτων θα κατεβάσει την αυλαία ο χρόνος.

Φτάνει, λοιπόν˙ να κλείσουμε. Και βλέπουμε στο δρόμο

Wednesday, November 25, 2009

...Δοξαστικό

Δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζεις τίποτα
μου είπε χθες στο φαστφουντάδικο ο άγγελος.
Κλείνω τα μάτια
η θέα καθαρίζει ως τα ύψη
παραδίνομαι! φωνάζω
στο πρώτο χορευταρούδικο σύννεφο
που έρχεται να με σηκώσει
στα αληθινά χρώματα:
μοιάζω στο ίδιο το πέταγμα
καλύτερο κι από φτερά.

Θα είμαι λοιπόν ακριβής στο ραντεβού.

Τρέχω στο ποίημα ανάερα
γιατί έτσι τού πρέπει
μα στη στροφή σκαλώνει
το φουστάνι μου σε νότα λαμπηδόνα.

Μπαίνουν ανάμεσα φωτιές
επαναστάσεις αίματος και συγγενών
βλεμμάτων - αν είναι
να ισοπεδώσω τις προοπτικές
έχω να συνηθίσω στις αθόρυβες
όσο-πατάει-η-γάτα ερημιές του
του Κόσμου αυτού του θαυμαστού
που κρύβει τις συνθέσεις του
σε κάτι σάπιες ιστορίες ανασφάλιστες
απ' του καημού τη δίβουλη σφραγίδα.

Τρέχω λοιπόν καλύτερα
στο ποίημα να δοξάσω
όλες τις προδοσίες του μέλλοντος
εκ των προτέρων
σε ένδειξη ευγνωμοσύνης στα απειράριθμα
μικρά αγκάθια αμελητέα που αθροίζονται
στρατεύματα ατελείωτα και οικοδομούν
Συντέλεια
μέχρι την τελευταία μου σταγόνα.

Απόγευμα όπως φαίνεται ανοιξιάτικο
- απέναντι ο Νοέμβριος και φορτωμένος -
θα 'ρθουνε να χειροκροτήσουν λιγοστοί
την Απουσία - μια διαδικασία
δική μου μόνο και μονόπρακτη
τόσες προετοιμασίες για τρία λεπτά, μα
είναι ν' απασχολεί το σύμπαν ένας κόκκος;
- άνοιξη θα σφραγίσει το ανέβασμα
για δεν θ' αντέχεται το τελευταίο καλοκαίρι.

Saturday, October 31, 2009

Ξεκούραστος χρόνος

Τα βήματά μου αγνόησαν το πράσινο
και βιάζεται η λαχτάρα μου να χάσω
τον ορίζοντα απ’ τα μάτια
γιατί η ψυχή όπως πάντα ζηλεύει την ρευστότητα
στο ώριμο αίτημα της θάλασσας
όλο να σε κερδίζει και ποτέ να μη σου δίνεται.

Ώσπου να ρίξω αλλού το βλέμμα
κατακλυσμός η μελωδία που έχασαν οι λέξεις
έλξεις παλιές μα ολοζώντανες και φρέσκιες
χάρτινα υποσχετικά βαρκάκια των ανέμων
ανατριχίλα του βυθού στις παρειές του θέρους.

Μέσα στο σκληρό φως γκρεμίζονται
οι απελπισίες της έννομης τάξης
και όλες οι οικοσκευές του χειμώνα
οι αναμνήσεις πέφτουν στον ανεπίστρεπτο καταρράκτη
μετακομίζουν τα όνειρα μετά μουσικής στο πεζοδρόμιο
για ν’ απιστήσω μια φορά στο θαύμα.

Και αν μοιράζομαι την ευωδιά του ουρανού με τ’ αστέρια
σπρώχνει αέρινο χέρι την αυγή στα τριαντάφυλλα
που θα ντυθούν πάλι την αρχή τού κόσμου
κι ας χάνω πάντα το ουράνιο τόξο
οι σιωπηλές εικόνες μόνες τραγουδούν.

Οι πιο καλοί μου φίλοι είναι οι αναλφάβητοι
ο πιο πιστός μου σύντροφος η τύψη.
Και η αμνησία, η λαμπρότερη έμπνευση.

Wednesday, September 30, 2009

Η καταδίκη με όμορφα (τ)σίνορα

Το σώμα μου με άφησε και χάθηκε
σε δευτερόλεπτα ηδονές και απολαύσεις
- βρήκα κι εγώ μια χαραμάδα κι έφυγα
να δω πώς είναι ο κόσμος που δεν γνώρισα.

Πως θα κοιμάμαι ήσυχα κάτω απ' το χώμα
θέλω να βεβαιώσω τους αγαπημένους μου
και ας εντείνουν τα σκουλήκια τις πεινασμένες
εκστρατείες τους στο άδειο κτήμα μου
- καθόλου δεν θα με πειράζει
αφού τη νύχτα θα πηδάω το χαντάκι
του Επέκεινα και θ' αρμενίζω ανάμεσα
σε ακέραστα σώματα και δάκρυα-ψυχές
να χορταίνω εφήμερο
στα πρόθυρα της ματαιοδοξίας
σαν να δικαιούμαι
το τελευταίο τσιγάρο.

Θα κάνω copy/paste τις ανάσες σας
- μη (μου) φοβάστε -
διάστιχο μονό, πριν και μετά: 0...
εδώ, "unknown" με τη σέσουλα
τι να σας λέω!...

Πώς είναι η θάλασσα Ιούλιο βράδι
να μου ψιθυρίζετε
και τι στον Κόσμο!
Έχω ανοίξει και την Αίθουσα Υποδοχής.

Αργά και όποτε θέλω θα επιστρέφω
η μεταμφίεσή μου δεν τραβάει την προσοχή
γεμάτοι είναι πια οι δρόμοι
μαύρες σημαίες.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...