Tuesday, May 26, 2009

Momentum ~ η διάσωση

Μπαίνοντας στο σπίτι βλέπω ότι - σε ξένη κλίμακα -
έχει τεράστιο μεγαλώσει
– λιάζεται όμως γνώριμα χωρίς να ξεθωριάζει˙
ήχοι φωνές και νανουρίσματα σε καρεδάκια
χαρωπά κι ανάλαφρα
πινακοθήκη βιολετί και φούξια
αλλά και ασπρόμαυρα πλακάκια στην κουζίνα.

Γυρίζει απότομα η μαμά
να δει ποιος ήρθε ακάλεστος
ή κάποιο γράμμα απ’ το μέλλον
– ολοφώτεινη και με κοιτάζει γέλιο˙
έχω καιρό αμνημόνευτο να λούσω
τα μαλλιά μου σε τόσες ηλιαχτίδες.
Μου κάνει νόημα να πετάω
να μην πατήσω το που μόλις έστρωσε
στ’ αρχαία σανίδια
φευγάτο σκηνικό από ινδικό μετάξι
στους δρόμους τού Καΐρου˙
δυο δρασκελιές ολόκληρη η ζωή της
μύριες σκηνές φωτοχυσίας και λίγες
- απαραίτητες - του ερέβους˙
τα πιο πολλά απ’ τα πρόσωπα δεν τα αναγνωρίζω
– οδεύουν κι άλλα θαύματα εκτός απ’ τα σωσμένα –
είναι φορές που στέκονται σε πλήρη ακινησία
και με διάθεση παιδιού κλονίζουν τους ανθρώπους.

Ταβάνια διάσπαρτα εσώτατα σύμπαντα
που αναζητούν ψυχής καθρέφτες
ως τη ζώνη τού Ωρίωνα περίτρανα κιονόκρανα
αχναγγίζουν αχειροποίητες ζωγραφιές
και το διάστημα ανάμεσα στα δέντρα
ως άυλες μορφές Δομήνικου στα γαλανά τού Βερονέζε˙
φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα σημαίες φύλλα λεβάντας
αρώματα απαράλλαχτα, συν η "Σανέλ" της μάνας
και χρώματα αδιάρρηκτα από Μονέ και πέρα
ως πέρα η ορατότητα γυμνή και αστραποβόλος˙
κάτω απ’ τη στέγη μας που δείχνει κατευθείαν ουρανό
χαζεύουνε στην ετοιμόρροπη σκαλωσιά τού αιώνα
πουλιά χρωματιστά – από εκείνα που δραπέτευσαν
κι έμειναν τα ποιήματα άδεια
ως χάθηκε η γενναιότητα απ’ τον κόσμο.

Ζαλίζομαι ώσπου να συνηθίσω
ή να πιαστώ από γνώριμη αρτηρία –
α! να ο Φειδίας, πνιγμένος ως συνήθως στη δουλειά
Αγνώριστη η πόλη μου! θέλω να του φωνάξω –
με χαιρετά από άλλο ποίημα ξετυλίγοντας
διπλώματα ευρεσιτεχνίας ως την ανακτημένη
όραση του Ομήρου
του Αισχύλου οι στίχοι δέντρα πια θεόρατα
ο Βράχος, αν προσέξεις, έλιωσε – μου λέει με νοήματα –
εκεί που οργιώδεις αναβλύζουν˙
να κι η αναφορά της μέλισσας με υπογραφή Καβάφη
κι ο σκύλος που συνόδευσε την εξόδιο του Μότσαρτ
υπό βροχήν και κάτω από τις αστραπές τού Λούντβιχ˙
άρθρα ανάγλυφα του Καστοριάδη
με λίγο αίμα απ’ του Πουλαντζά την πτήση˙
πιο δω, προσγειωμένος ο πατέρας μου
ζωή που ξεχειλίζει - και μια βροχή:
λουλούδια, φρούτα, ψάρια στον αέρα
όπως συμβαίνει πριν τελειώσει ο Μάης.

Και η άλλη που με γνώρισε – η τελευταία, θυμάμαι –
η Αριγνώ, κατέβηκε από τη ράχη τής Σφίγγας
έλυσε το φουλάρι της πάνω απ' τις Πυραμίδες
και ήρθε και με ξύπνησε με χίλια μετρημένα ροδοπέταλα
και γεύση κερασιού στη μνήμη.

Και έναν πόνο ελαφρύ στον δεξιό μου κρόταφο
– μάλλον νοτιοανατολικά της τύρβης.

Άνθρωποι! δεν θα δύσουμε!
φώναζε ο τελάλης σαν κατάρα.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...