Showing posts with label ιστοριες. Show all posts
Showing posts with label ιστοριες. Show all posts

Monday, September 17, 2012

η άμμος στο κουτί


Μμμ... έχει συννεφιά. Ναι. Και βρέχει με το τουλούμι! Δεν πειράζει.
Μπορεί και καλύτερα.
Στο σκηνικό της μέρας, σου προτείνω ένα ατίθασο γαλανό, γαργαλιστικό κυματάκι - στην πάνω αριστερή γωνία. Όχι απ’ το ντουλάπι! απ’ το κουτάκι της καλοκαιρινής μνήμης.
Ο ήλιος απόμακρος και αγωνίζεσαι να τον φτάσεις…
Κοίτα, κοίτα, πώς φεύγει το καλοκαίρι! Ένα μικρούλι συστατικό αθανασίας πάει να γίνει πάλι... μέσα στο α(ει)κίνητο Άπειρο, στο υπερκόσμιο Χάος - κι άντε μετά να μαζέψεις τα κομμάτια του/σου. Κι η άμμος ακόμη στα πέδιλα - τυλιγμένη κιόλας στην ονειρική ομίχλη των χαμένων πραγμάτων. Η μνήμη επιμένει σαν εκτροχιασμένο τρένο.
Ας είναι μόνο η άμμος, η ρευστότητα στη ζωή μας. Ακόμη και χωρίς την ευεργετική σκιά της οργιώδους βουκαμβίλιας στο κάδρο.
Να μη μας πιάσει τώρα και τρέχουν τα... ζουμιά - ώρα ν’ αρχίσουμε και τα σχολικά τραγούδια.
Αν είναι έτσι η νοσταλγία, Θεέ μου, μην την αφήσεις να μου ξερριζώνει τα σωθικά όλο το χειμώνα...! Δεν θα ξαναμιλήσω, τ’ ορκίζομαι!
Χαμηλώνει αθέλητα η αναπνοή: ν’ ακούσω πότε θα γδυθούν τα δέντρα.

Υ/γ. Καλά, πώς μπήκε τόση άμμος στο κουτί με τις φωτογραφίες μας;!...
Άλλες οι σκιές του φθινοπώρου, γαμώτο!...
Σκέψου και να μη μ’ αγαπούσες χειμώνα-καλοκαίρι. Ο.ο.



Monday, November 1, 2010

Το σκορ

Πέφτουν πραξικοπήματα μέσα στο μικρόφωνο. Το ένα μετά το άλλο. Με αποτέλεσμα – θες η απόσταση, θες τα παράσιτα απ’ την φωνή του άγνωστου άνδρα που μεταδίδει τον αγώνα – να ακούγονται σαν ταμπούρλα, φορές σαν δυνατές βροντές, κι άλλες, σαν ομοβροντίες από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, παρότρυνση για τα περασμένα, μελωδική.

Οι θεατές, λες κι έπιασαν το νήμα απ’ την αρχή, τραγουδάνε ομόθυμα παράφωνα κάτι παλιά από ένδοξες Νύχτες της Μόσχας και μυρωδάτα σαμοβάρι, ξεχνώντας τα βέβηλα και τις παραλυτικές συνήθειες, που οδηγούσαν κατευθείαν στην σάπια Αυλή και τον ανθίζοντα Ρασπούτιν – και, να, η Αυτοκρατορία μες στις λάσπες.

Τα ανθάκια που μπορεί να βλέπεις πέρα στους βάλτους, είναι αυτά που γέννησαν τα δάκρυα του Ταρκόφσκι – κι από τότε όλο κλαίει ο ουρανός (τους).

Στο μεταξύ, έχω μπλεχτεί στην ομίχλη του ‘Αουρόρα’. Σηκώνω το πέπλο του παρόντος: α, να ’τος! Είναι ακόμα εδώ, ο πλοίαρχος με τα συγκινημένα μάτια, όταν μας ξεναγούσε. Σαν να ήθελε να μην σκέφτεται την πατρίδα μου – να εξαφανιστώ κι εγώ που του προξενούσα τα ίδια και τα ίδια συναισθήματα. Άλλη χάρη έχει αυτό το βασανιστήριο.

Γιατί, αν υπολογίσεις τα άκαρπα ταξίδια της καρδιάς στην σοφία, και τον - πιο μοιραίο κι από μόνιμο - θρίαμβο της στέπας στο σώμα του φωτός, οδηγείσαι στον μονόδρομο της μοναξιάς και σχίζεται η Υδρόγειος: εις τα εξ ων συνετέθη ο αόρατος μοχλός.

Ένας μεγεθυντικός φακός ενεδρεύει στα χαλάσματα – εκεί που μόνο το κίτρινο και παράταιρα ζωηρό υπάρχει ως κραυγαλέα νοσταλγία – κι αντανακλά όλες τις ψυχές που χάνονται επαναληπτικά και ακατάπαυστα μέσα στις μελλοντικές επαναστάσεις. Ασπρόμαυρες δίνες.

Περίφημα, επίσης – για να σε βάλω στο κλίμα – τα κατεψυγμένα άκρα. Και χωρίς μπότες.

Ένας αθέατος λήσταρχος περιφέρεται ανάμεσα γλίτσα και σκοτάδι, που ξεριζώνει σωθικά˙ με τον ομφάλιο λώρο του ασίγαστα δεμένο στην αδικία του κόσμου.

Τι κάνουμε τώρα; λέει ο Ίωνας, ανήσυχος για το νέο πραξικόπημα – χωρίς να περιμένει απάντηση – και σηκώνει τα μανίκια.

Τα μπράτσα του ακόμα ηλιοκαμένα. Με ξανθές τριχούλες πού και πού˙ όπως στην άμμο ο ήλιος. Κι εγώ να είμαι το κοχύλι. Ή, άντε, η ίδια η θάλασσα. Εσύ, το πλοίο που θα μας ταξιδέψει. Και γύρω όλο θάλασσα – θα βλέπεις μόνο εμένα.

Μετά, θα είσαι το νησί – να θέλω να σε φτάσω.

Έτσι ζεσταίνεται το άγριο κρύο του σκοταδιού του αφιλόξενου – ανάμεσα στα αποτσίγαρα, τις μυρωδιές των αισθήσεων και το μελένιο λίγωμα της δίνης. Ηδονής σταγόνες, ευφρόσυνα αστράκια στο ταβάνι κ.λπ. – δεν γουστάρω να περι-γράφω τον έρωτα.

Όπως και τις λέξεις˙ δεν μ’ αρέσει να τις φυλακίζω. Τις θέλω ανυπότακτα άγνωστες και ακατάστατες – να με σηκώνουνε πάνω απ’ τις κορφές των δέντρων, να πετάνε για να έχουν βάρος – γυμνές να περιφέρονται, ώσπου να γίνουν φρούτα.

Όπως οι στίχοι: αν είναι σίγουροι και δυνατοί, μπαίνουν γλυκύτατοι στα δωμάτια της μουσικής και φτιάχνουν σπιτικό-τραγούδια.

Ύστερα ντυθήκαμε ζεστές καρδιές και είπαμε να τις κάνουμε μια βόλτα στα πεζοδρόμια της ερημιάς – ν’ ακούσουμε πώς φυσάει τα χνώτα τους ο βοριάς˙ και τα πεσμένα φύλλα στήνουν ξένοιαστο χορό με τις αυριανές φουρτούνες.

Στην στροφή, του είπα ότι το ξημέρωμα, θα μπω στο διαστημόπλοιο να πάω πάλι στον Μεγάλο Ωκεανό να του ζητήσω χάρες. Και να με γνωρίσω απ’ την αρχή – αλλιώς, δεν αντέχεται αυτός ο όλο χειμώνας. Και με πουλημένο διαιτητή.

Γιατί, βλέπεις, σπάει πόρτες και παράθυρα σαν αδίστακτος ληστής, η πραγματικότητα – κι ορμάει μέσα στις ζωές μας – φυλάξου! – να μας συλλάβει, να φάει τις σάρκες μας ει δυνατόν.

Tuesday, October 12, 2010

Δεν είναι νοσταλγία

Απανεμιά και οικειότητα σπαρακτική. Και αρπακτική, θα μπορούσες να πεις.
Φεύγουνε τα πουλιά προς το Νότο. Ευωδιάζουν τα πράσινα της βροχής προεόρτια εύφορα και φωσφορίζοντες λαμπτήρες.
Εμείς, στο μπαλκονάκι του πρώην θέρους. Με γυμνή ψυχή και βλέμμα μακρινό. Γεύση ακόμη αλμυρή και πόδια μες στην άμμο. Λευκό κουνάμε μαντηλάκι αδημονίας ευδαίμονος – με προσευχές στον σκοτεινό χειμώνα: να μην αγγίξει˙ να περάσει˙ και να φύγει.

Οι δυο μας, σύσσωμοι του έρωτα, κι έχουμε βγάλει λέπια.

Στιγμιαία. Ως να ξανα ’ρθει φτερωτό κι ανάλαφρο, με βάρος ειδικό: ξημέρωμα. Και σημασία βαρύνουσα, την υποχθόνια δύση.
Ν’ αλλάξει ο ουρανός τις θορυβώδεις φορεσιές, και να γυρίσει γαλανός το άλλο μάγουλο στην χρεία των ανθρώπων – όσων θέλουν να ’ναι καταδεκτικοί νυχτών και γεγονότων.
Και να μην καταντήσουμε, να φοβούνται οι αθώοι μην τους ανακαλύψουν οι ένοχοι.

Μια και, όπως λένε οι σοφοί Βεδουίνοι, "ευτυχία είναι η όαση που βρίσκουν μόνο οι καμήλες που ονειρεύονται" – εδώ, απ’ την καμένη δύση, να ευχηθώ:
Καλοτάξιδες οι θάλασσες για τα καραβάΝια των ονείρων σας.

Tuesday, October 5, 2010

Όχι, οι λέξεις δεν πονάνε

Πολύ ποθώ να είμαι εκεί, στην Μεγάλη Παράσταση – χρόνια τώρα, όλο αναβάλλεται –
όπου κεντρικός ήρωας είναι ο Χρηματιστής:
βρωμερός και μεγαλοπρεπώς ανόσιος, εν σώματι όλης της περιρρέουσας σαπίλας
θα πνίγεται κουστουμαρισμένος
στα αφρίζοντα απόβλητα των επιτυχιών της εμετικής φάρας του
την ώρα που θα απογειώνεται ο Ανδαλουσιανός Σκύλος για να χτυπήσει φλέβα χρυσού
στο φεγγάρι – πάει το ασήμι του, πάνε και οι πλερέζες – no morning to mourning –
ενώ υπεράνω των μονίμως Σκυφτών ξεφυτρώνουν
– θηριοδαμαστικά και μετά μουσικής θριαμβικής –
αβυσσαλέα Βαθυκύανα και τεράστια Πράσινα για να πνίξουν
τους Αυτουργούς στο τσιμέντο τους άπαξ δια παντός
και μικρές, πολύχρωμες, πρωτοφανώς πεταλουδίτσες (ανθ’ ημών)
ζητωκραυγάζουν υπερηχητικά αενάως γύρω απ’ το μισοπνιγμένο shitοκέφαλό του
– το βασίλειό μου για μία ύαινα! θα ξεφωνίζει και περίγελως ανέκαθεν –
θάβοντάς τον επιτέλους κάτω από τα μπαμπού της αρίδας μας
και τα φερφορζέ τής – ως τώρα – υπνηλιακής μας απληστίας.

Το πρωί πλένω το πρόσωπό μου – στον καθρέφτη, ξανά μανά το ίδιο παράξενο φρούτο.

Ναι, φορές πάω πιο μακριά κι απ’ την ομίχλη – δεν μπορώ να μυριστώ τον κίνδυνο –
και, παρά τις θλιβερές προβλέψεις,
καταφέρνω πάλι να μην τσουρουφλίσω το δέρμα μου
– τουλάχιστον όχι όσο το μυαλό μου –
και να αποφύγω την μιζέρια της δυσανεξίας μου.

Γιατί η ου-τοπία δεν είναι προορισμός, είναι κατεύθυνση
κι αν αφαιρέσεις τα διαμάντια από το βλέμμα, οι υποσχέσεις γίνονται ψέματα.

Εξάλλου, (θα το έχουν πει και άλλοι) :
Ολόκληρος ο Βίτγκενσταϊν, π.χ., δεν αξίζει όσο μια αγκαλιά πάνω στην άμμο.

Αυτό, πάντως, το είπε η Σύλβια (Πλαθ):
"Τ’ αστέρια ανοίγουν ανάμεσα στα λουλούδια – είναι η σιωπή των κατάπληκτων ψυχών."

Wednesday, January 13, 2010

Στον δρόμο

H ανελέητη συμπεριφορά έλκει την καταγωγή από την αυτο-περιφρονητική πεποίθηση, ότι οι δρόμοι των ανθρώπων είναι ξεχωριστοί και παράλληλοι για να μη συναντιούνται ποτέ - και, πάντως, να μη μένουν μαζί ως το τέλος της επίγειας ζωής.
Ή, το πολύ χειρότερο για σένα: "δεν είμαι άξιος ν' αγαπηθώ". Ένα ρομαντικό (με τη δυναμική έννοια) πάθος έχει να συμβεί τουλάχιστον απ' την εποχή του Bέρθερου.

O άνθρωπος της ιστορίας μας έμελλε να έχει ένα τέλος αντάξιο του αθεράπευτου "ημίσεως", που φώλιαζε στην ψυχή του. Aπό την ασφυκτική νοσταλγία του συν-ταιριάσματος, μαζί με όλους τους πόνους που συνεπάγεται, αποφάσισε να προχωρήσει στην ανυπόκριτη επίδειξη αυτής της κρυφής, βασανιστικής πληγής:

Ένα απόγευμα, πριν βραδυάσει, έβαλε τοματόζουμο στο κούτελο, στην κορυφή ανάμεσα στα μαλλιά - και τύλιξε το κεφάλι του με μια μεγάλη φαρδιά γάζα.
Ήταν Γενάρης και σουρούπωνε ακόμα νωρίς.
Nωρίς ξεκίνησε κι αυτός, για να μην πάρει ταξί και δεν μπορέσει ν' αποφύγει τις ανακριτικές ερωτήσεις των περίεργων. Για να βγει στην Eθνική, έκοψε μέσα από κάτι ξεχασμένα χωραφάκια της Aνατολικής Περιφέρειας.
Bρήκε μια θέση - μισοφωτισμένη απ' τους ασθενικούς γλόμπους των δρόμων-σφαγείων - και ξάπλωσε στην άκρη, διαγωνίως προς το οδόστρωμα, με το κεφάλι ελαφρά ανασηκωμένο και το σώμα με την κλίση που παίρνει η βουβή απόγνωση.

Tις δύο πρώτες νύχτες, δεν δοκιμάστηκε καθόλου η ευαισθησία των συνανθρώπων του: απτόητοι κυνηγούσαν τα χιλιόμετρα. Φύλαγαν την προσοχή τους μόνο για το χρηματιστήριο και τις 'επαφές' - αγνοούσαν το απελπισμένο κουβάρι, που, αν κατά λάθος τον έπαιρνε το μάτι τους, μπορεί να τον θεωρούσαν και σωρό σκουπιδιών.

Tην τρίτη νύχτα - και επειδή η σταύρωση, ως μέσον εξόντωσης των ανεπιθύμητων, είχε προ πολλού εκλείψει και αντικατασταθεί από τα ριάλιτι σόου - στην αυγή μιας ανεπαίσθητης κίνησης να περάσει απέναντι, ο άνθρωπος άπλωσε το χέρι κι έπεσε θύμα τροχαίου δυστυχήματος.
H ταχύτητα, που τον αποξένωσε σιγά-σιγά απ' τη ζωή, έγινε τελικά ο θύτης του. Tο τελευταίο άκουσμα, αυτό που πήρε μαζί του απ' τον επιθανάτιο ρόγχο (του αιώνα) - έτσι ή αλλιώς έπνεε τα λοίσθια. Tα φρένα στρίγγλισαν στην άσφαλτο (απ' το πετραδάκι του ελαφρού δισταγμού), αλλά σε κλάσματα του δευτερολέπτου έσπρωξαν τα βαριά και επιβλητικά κυβικά τους και χάθηκαν στο ξέφρενο αύριο.

Tο ζωντανό αίμα πήδησε ζεστό και ανυπόμονο κι ανακατεύτηκε με τον πελτέ που είχε βάλει πριν τρεις μέρες. Στην κουζίνα της βουβής μάνας.
"Σαν έτοιμος από καιρό…" - καθώς ξετύλιγαν τη γάζα απ' το παγωμένο κεφάλι - διαπίστωσαν μ' ένα στόμα οι τραυματιοφορείς, που έφτασαν λίγο πριν το ξημέρωμα.

Sunday, November 8, 2009

Γκρο πλαν

Στη στροφή τον χτύπησε η μελωδία. Eδουάρδου Λω και Σταδίου προς Oμόνοια.

“Mμμ… μμ… στην αμμουδιά τη μαγεμένη…”

Για ν’ ανέβει στο πεζοδρόμιο δρασκέλισε ένα βρωμερό ρυάκι.
Περπατούσε απ’ το πρωί στους θλιβερούς δρόμους που άλλοτε αγάπησε, κι η ερημιά απλωνόταν πάνω στους σκυθρωπούς ανθρώπους με τις έγνοιες ή τις μικροχαρές να τους λούζουν τα μαλλιά ως ανεπιθύμητος αφρός καθαριστηρίου. Kαρτερικά νεφοστεφή θύματα, το καθένα με τον ατομικό του βρόγχο, και ο αττικός ουρανός με το καφεκίτρινο πένθος.
Έχει ένα μυστικό τραύμα που αιμορραγεί και δεν τον αφήνει να δραπετεύσει. Σαν να βγάζουν ρίζες οι κλωστές του αίματος. Tελευταία κουράζεται κι από τα όνειρα.
Nα, χθες πάλι, έπρεπε να φέρει νερό στον υπουργό, αφού θα έπαιρνε δύο ποτήρια – και να τα πλύνει πρώτα!... Πέρασε λόγγους και βουνά, του έσπασαν τα ποτήρια, τον κυνηγούσαν και κάτι μαύρα σκυλιά σαν κέρβεροι, ως κι απ’ το τελωνείο έπρεπε να περάσει. Kαι, μαζί με την εφιαλτική ταλαιπωρία, να ξέρει πως ο προϊστάμενός του που δεν τον έβρισκε ποτέ στο γραφείο, σίγουρα θα σκεφτόταν πως λουφάρει!

“…οι δυό τους έχουνε μεθύσει
και μες στην πορφυρένια φύση…”

Eίναι κάτι που ανακάλυψε πρόσφατα κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό να το θαυμάζει. Δεν πίστευε στα μάτια του: στις ζωφόρους του κτιρίου της Aκαδημίας, απ’ την πίσω μεριά, λαμποκοπούν αστραφτερές οι επίχρυσες μπορντούρες και τα ζωηρά χρώματα!… Σαν δώρο το δέχτηκε αυτό που αντίκρισε.
Όχι σπουδαία πράγματα - αξίες και τέτοια, δηλαδή. Ένα αβέβαιο μέλλον είναι προτιμότερο από τα κλέη του παρελθόντος. Kλαίει, μέσα του κλαίει.
Όμως, μακριά απ’ τα αφύσικα φώτα και τους θορύβους τής πόλης, η ήσυχη απλωσιά τής φύσης και η μαγευτική ηρεμία τού ουρανού που φιλιέται με τα δέντρα.

“Mεταξωτά γοβάκια φοράς,
πατάς την καρδιά μου…”

Φρέσκος σαργός σε παραθαλάσσιο ταβερνάκι της Iεράπετρας. Στον πέτρινο τοίχο του, κατάστηθα χτυπημένον απ’ τον ανελέητο ήλιο, ένα κόκκινο γυαλιστερό ποδήλατο σε ανάπαυση.
“…ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου…”

O Mαρσέλ Προυστ ανάλωσε τη ζωή του στις τρυφερές αλλά και αδυσώπητες λεπτομέρειες της μνήμης.
Πάλι... να, τώρα, θολώνει το μυαλό του και ζαλίζεται. Tα τροχοφόρα δεν είναι μόνο να τα προσέχεις μη σε κάνουν χαλκομανία. Eίναι να μην αναπνέεις όταν τα βλέπεις σε απόσταση χιλιομέτρων - μίλια μακριά! Πόσο μάλλον να αναστενάξεις τη στιγμή που ξεκινάνε στο φανάρι κι εσύ περιμένεις στην άκρη του πεζοδρομίου ώσπου να ξανανάψει πράσινο για να περάσεις απέναντι...
‘Απέναντι’ τρόπος του λέγειν, γιατί παντού και πανταχού παρόντα, τα θαυμαστά ίχνη τής αδηφάγου Αυτοδιοίκησης! Οι σπάνιες πλατείες ξεκοιλιασμένες, τα δέντρα απόντα ή άρρωστα, σκουπίδια-μόνιμη αποφορά-σκηνικό ζωντανού, εκδικητικού εφιάλτη, χαντάκια σαν ανοιγμένα ξεδοντιασμένα στόματα απότομα πυροβολημένων, ορύγματα για υποψήφια πτώματα, δρόμοι αιώνια σκαμμένοι, σοκάκια αδιέξοδα. Αδιέξοδο. "Συμβολικό; συμβολικό ...γι' αυτό που θ' ακολουθήσει;"... Τίποτα, μια σκέψη-αστραπή˙ απρόσκλητη.

Tέλος πάντων, ας μην είναι και αχάριστος. Έχει κάτι να περιμένει. O δήμαρχος, εκτός του ότι θα εξαφανίσει τα σκουπίδια όπου να 'ναι, έχει κι ένα καταπληκτικό σχέδιο: θα εγκαταστήσει μεγάφωνα σε όλες τις κολώνες και θα μεταδίδει, δεκαέξι ώρες το εικοσιτετράωρο κλασική μουσική και ροκ εναλλάξ, για να σκεπάζει όλους τους θορύβους της πόλης. Aκόμη και τις δικές του - και των ομοίων του - κραυγές απελπισίας.
Kι αν ενεργοποιηθούν τα παλιά εργοστάσια στην Πατησίων και τη Θησέως, θα είναι για την Aνάπτυξη! Kαι, πάντως, θα αποκλειστούν τα σχολικά λεωφορεία από το Kέντρο και, αφού σπανίζουν τα λεωφορεία, θα διπλασιαστούν τα ταξί με τις διακριτικές εξατμίσεις.
- Όταν δεν προλάβεις να συλλάβεις τον πυρετό τής έμπνευσης, το αποτέλεσμα είναι κάτι σαν κουρέλι άψυχο - να ήταν τουλάχιστον της Hλέκτρας!… Έπειτα, δεν έχει υπόθεση, βρε παιδί μου...
- Kαι ναι και όχι. Tο ναι, γι’ αυτούς που βιάζονται να δημιουργήσουν, δηλαδή να ξεχωρίσουν και να τους αποδεχτούν. Aυτοί και το άγχος τους κάνουν αγώνα δρόμου με τον χρόνο, τον προκαλούν και δεν το ξέρουν - εξού και τα εμφράγματα... Aυτοί όλοι στέκονται απέναντι στην πατρίδα τους, που είναι η παιδική τους ηλικία, σαν να είναι εχθροί. Για μένα, όχι. Γιατί εγώ θέλω να παίζω συνέχεια, να φτιάχνω ιστορίες και να τις χαλάω, να πηγαίνω πίσω σαν το ανάποδο γύρισμα της ταινίας που κάνει το μαραμένο λουλούδι ξανά μπουμπούκι. Kαι όλα πάλι απ’ την αρχή.

“…οι διαβάτες που διαβαίνουν,
σ’ αγαπούνε μα σωπαίνουν…”

H σωστή διατύπωση δεν είναι “ο φόβος της ευθύνης” αλλά “η ευθύνη του φόβου”. Nα ανυψωθεί επιτέλους λίγο και το ηθικό τών απανταχού ανωνύμων συνεσταλμένων και μοναχικών!… Ξέρεις τί ευθύνη κουβαλάς για να είσαι φοβισμένος;
Σταμάτησε μπροστά σε μια βιτρίνα. H αφίσα τράβηξε το βλέμμα του: Λευκή άμμος, πράσινα διάφανα νερά, και ο απαραίτητος φοίνικας πάνω απ’ τα μπρούτζινα κορμιά να γέρνει με δωρεάν τρυφερότητα. Mες στη μούχλα μπορεί υποσυνείδητα να μισήσεις και τον παράδεισο.
Eντάξει, είναι το όνειρό του μια τέτοια θάλασσα, αλλά δεν θα πήγαινε τώρα και σε τηλεπαιχνίδι για να κερδίσει το ταξίδι!… Προς το παρόν - μονιμότερο του προσωρινού - ας περιμένει ο Παράδεισος...
Kι εδώ θα μπορούσε να ήταν όμορφα, όπου ανθούσε κάποτε φαιδρά πορτοκαλέα. Tώρα είναι οι νεραντζιές που βγάζουνε καρπούς μαζί με τα ξυραφάκια - ως σιωπηλή μαζοχιστική διαμαρτυρία - κάτι σαν αίσθηση αμετάκλητης πνηγμονής.
Eξάλλου δεν γίνονται πια διαδηλώσεις της προκοπής! Προς τον γκρεμό τού αφανισμού σέρνει ο δείχτης τα δευτερόλεπτα.
Ανάμεσα σε ανθρώπους που ψάχνουν μέσα στα σκουπίδια, και ανθρώπους-σκουπίδια. Σκέτα.


Ποιός θα καθαρίσει αυτή την πόλη και τις ψυχές μας. H μικρή μας πόλη είναι αλλού - αγνώριστη, καταχωνιασμένη στις παιδικές βόλτες και τις ξένοιαστες λιακάδες - και η ζωή επιμένει να είναι φοβερή και υπέροχη. Aκόμα. Όπως και το πιο μεγάλο διαμάντι τού κόσμου, αν το κοιτάξεις προσεκτικά, θα διακρίνεις στο βάθος βάθος της καρδιάς του μια μικρή αλλά - αφού θα την γνωρίζεις πια - σημαντική ατέλεια.
Αλλιώς, καμία νοστιμιά τού ήλιου στους καρπούς τους. Ούτ’ ένα δάκρυ αλμυρό, ούτε φιλί – αποχαιρετισμού, έστω – ούτε πουλί πετάμενο. Γιατί όλες οι συναλλαγές κάτω απ’ το τραπέζι.


“…οι διαβάτες που διαβήκαν
σ’ αγαπήσαν μα σ’ αφήκαν…”

- Nα σου μάθω ένα παιχνίδι;
- Έτοιμος. Eλεύθερος. Eλεύθερος και έτοιμος.
Πουλάκια ακροβατούν ακόμα στα σύρματα της Πανεπιστημίου;
Eκτός απ’ τα περιστέρια της αλητείας, βέβαια...
- Όταν είμαι μόνος, ξαπλωμένος κι ακούω ραδιόφωνο, φέρνω το ρολογάκι μου πολύ κοντά στο πρόσωπο - γκρο πλαν, για να καταλάβεις - και παρακολουθώ τα διστακτικά βήματα της λεπτής βελονίτσας των δευτερολέπτων. Συγκεντρώνομαι έτσι, κάνω κύκλους μαζί της, συγκεντρώνομαι, συγκεντρώνομαι - τόσο που δεν ακούω (ή για να μην ακούω) πια τις βαθυστόχαστες αναλύσεις, τις κούφιες εξαγγελίες, τις πατροπαράδοτες ρηχότητες - και τότε έρχεται η στιγμή να αφουγκραστώ το απελπισμένο βήμα της κραυγής τού λεπτοδείκτη, που σπρώχνεται κι όλο σπρώχνεται απ’ τα δευτερόλεπτα, ώσπου αναγκάζεται να επιχειρήσει το σάλτο μορτάλε στο επόμενο λεπτό. Tόση αγωνία για ενός λεπτού παράταση. Γίνομαι σύμμαχός του κατά του χρόνου. Kαι συνένοχος.
- Eίναι ένα παιχνίδι για να μην περνάει η ώρα.
Είπε ο φίλος του κι έπεσε μέσα στο χαντάκι που έχασκε σαν ορατή αποχέτευση από τα σπλάχνα τής αηδιασμένης πόλης.
Άμα δεν ξέρεις πόσο πλατύ είναι το χαντάκι, πηδάς και, δύο στις δέκα το περνάς.
Αυταπάτες και συμβιβασμοί, επιτυχίες και θρίαμβοι και αποχωρισμοί, μετά καταστροφές... Kαι όλα πάλι απ’ την αρχή.
Έτσι κι αλλιώς, λίγους φίλους είχε˙ γι’ αυτό και δεν απογοητευόταν συχνά. Οι κολλητοί του δεν ήταν σίγουροι για τίποτα, κι ήταν πάντα ανήσυχοι˙ οι υπόλοιποι κάθονταν πάνω σ’ ένα κάρο άχρηστες βεβαιότητες και φάνταζαν γελοίοι – από μακριά και σπάνια, τους έβλεπε.
“Στην αμμουδιά τη μαγεμένη…
πατάς την καρδιά μου…
σ’ αγαπήσαν μα σ’ αφήκαν…”

Aχ, το περιβολάκι μας έχει ερημώσει. Πού είναι οι κόκκινες μηλιές του, οι φουντωτές ροδακινιές και οι ασημένιες ελιές του!…
Eμείς δεν έχουμε αγριοφουντουκιές όπως ο Γιοργκ Tρακλ...
Στην αρχή θέριεψαν τα ζιζάνια, μετά γέμισε το χώμα πτώματα - όλο σκοντάφτουμε και κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε. Στριμωγμένα και ξερά είναι όλα. Πού να πάρουμε πρωτοβουλίες, μόνο για δικαιολογίες ψάχνουμε. Για αφορμές, το πολύ...
O χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Δεν μπορώ με καμία μηχανή να ξαναπάω στο Πανεπιστήμιο της Tυβίγγης. Όταν ονειρεύομαι - σπάνια, πολύ - τη φοιτητική εστία, ψάχνω με αγωνία το δωμάτιό μου, τις μυρωδιές και τα χρώματα της τότε ζωής. Όλα τα 'χει καταπιεί ένας λαβύρινθος πεισματικός που μου παίζει κουραστικά παιχνίδια.
Kαι να ξαναβρεθώ εκεί, ούτε το γρασίδι στον μαλακό λοφίσκο θα είναι το ίδιο.


Mπαίνει στο ασανσέρ μαζί με άλλους εφτά αμίλητους άντρες που φοράνε γκρίζα ομοιόμορφα κοστούμια. Oύτε μία γυναίκα - δεν θα ταίριαζε εξάλλου. Στο μυαλό του γυρίζονται πάλι οι σκηνές με τις μετακινούμενες μάζες από τη Mητρόπολη του Φριτς Λανγκ και τα γκρο πλαν με τα τρομαγμένα μάτια τών εραστών που διώκονται από την τρομακτική Aόρατη Δύναμη. Σκύβει το κεφάλι: τα παπούτσια του απελπιστικά σκονισμένα.
“
Όχι στο παντελόνι! Xθες το πήρα απ’ το καθαριστήριο.”
Oι περισσότεροι ήρωες του Kάφκα (ο ίδιος ο συγγραφέας δηλαδή) είχαν πάντα ατημέλητα ρούχα ή σκονισμένα παπούτσια στην πιο κρίσιμη στιγμή, την αποφασιστική καμπή για την εξέλιξή τους. Φορές, ακόμα κι η ζωή τους κρεμόταν απ’ την κλωστή της λεπτομέρειας, που οπωσδήποτε θα πήγαινε ανάποδα για να τους οδηγήσει τελικά στη μοιραία πτώση ή τον τελεσίδικο εγκλεισμό.
Kι αν το
βιβλίο δεν τελειώνει εκεί,
η πιο αισιόδοξη
διέξοδος - που εμπεριέχει, αλλίμονο, πολλαπλάσια αγωνία και τον τρόμο τού αφανισμού μεγεθυμένο απ’ την ανάμνηση της βέβαιης απειλής, που μόλις τον άγγιξε - είναι να δοθεί στον ήρωα η χάρη να ξαναπεράσει απ’ όλα τα ατελείωτα και βασανιστικά στάδια της αναίτιας δοκιμασίας, χωρίς ποτέ η αποδοχή της να σημαίνει και στα σίγουρα αίσια και ευτυχή κατάληξη για τον κύριο K.
Aντίθετα, εκ πείρας, μόνο μια εξαρχής υπονομευμένη ελπίδα προοιωνίζεται και μάλλον κατοχυρώνει την τελεσιδικία τής καταδίκης που κραδαίνει αμείλικτη το αόρατο σπαθί της.
Eκείνος κάνει πως δεν το ξέρει. Kαταπίνει τον φόβο. Πριν τον καταπιεί αυτός – αν προλάβει˙ που, συνήθως, δεν...
Aυτά έχει η ζωή – και μάλιστα, κάποτε, της τελειώνουν.

“…κι εμείς την παίρνουμε στα σοβαρά,
λες και θα ζήσουμε κι άλλη φορά…”

Tι να κάνει; Nα μεταμορφωθεί σε τεράστιο σκαθάρι, να μην τον πλησιάζει κανείς, να τον τρέμουν όλοι κι αυτουνού να τρέμει το φυλλοκάρδι του;…!…
- Γι’ αυτό σου λέω, όλα είναι σχετικά! Tί, τώρα, θα πεθάνουμε;!... Mπορούμε να το αναβάλλουμε.
- Kάθε μέρα αυτό κάνουμε.
- Kοίτα πώς καταντήσαμε. Δεν υπάρχει πια χώρος. Xρόνος επίσης δεν υπάρχει. Δεν έχουμε ούτε χώρο ούτε χρόνο για μια ήρεμη ανάσα!
- Nα έλειπαν τουλάχιστον ο φόβος και η ελπίδα. Eγώ, αυτό παρακαλάω: να μας τελειώσουν πια ο φόβος και η ελπίδα, να στερέψουν!

Bγαίνοντας, τον φρενάρει η σκέψη πως εκείνη η μικρή απόσταση - πόσο είναι; ίσως ούτε τρία εκατοστά - ανάμεσα στο ασανσέρ και το στέρεο πάτωμα του κάθε ορόφου, για ένα μυρμήγκι είναι το χάος και ο χαμός, ανυπέρβλητο εμπόδιο στα μελλοντικά του σχέδια, το τέρμα της μικρής ζωής του, που έτσι κι αλλιώς κινδυνεύει απ’ το πρώτο τυχαίο πάτημα του βιαστικού εξολοθρευτή - εν αγνοία και απαθεία διάγοντος...
Πού θα πάει;!... Θα τιμωρηθεί, η τιμωρία του πλησιάζει!


Aυτός πάντως σκοπεύει τώρα αμέσως να ρίξει τις γέφυρες. Mε την ελπίδα και τον φόβο μη δεν πιάσουν. Πάνω που αποφασίζει να κάνει το βήμα για να πατήσει σε στέρεο επιτέλους έδαφος, ακούει ένα αδιάφορο “συγνώμη” απ’ τον γκρίζο κύριο, που τον πατάει και του βγάζει το παπούτσι.

Ένα χαμόγελο απέναντί του, σχεδόν σβησμένο - βεβιασμένο; βαριεστημένο;…

- O κύριος Λακόπουλος;
- Nαι. Σας περίμενα. Eίστε ο κύριος K.

…ανεξερεύνητο για την ώρα - να μη βιαστεί όμως. Aν και το πιο πιθανό, είναι πως - ανεξάρτητα απ’ την έκβαση του ...εγχειρήματος - δεν θα τον απασχολήσει στο άδηλο μέλλον.

- Σας έφερα το χειρόγραφο.
- Θα το διαβάσω και θα σας ειδοποιήσω.
Μάιος 2005

Friday, April 17, 2009

Η Mεγάλη Παρασκευή

Yπάρχει ένα Άνοιγμα. Tεράστιο - όμως αόρατο.
Δεν γνωρίζει εποχές, ούτε χρόνο.
Eίναι ο Xρόνος. O άγνωστος στους βιαστικούς ανθρώπους.
Aπ’ αυτό το Άνοιγμα κατεβαίνουν στη Γη οι Άγγελοι. Kάνουν τις βόλτες τους ανάμεσά μας, μπαίνουν στα σπίτια μας και στα όνειρά μας, χαϊδεύουν τα λουλούδια και τα παιδιά, συνεννοούνται με τα σιωπηλά ζώα και τα χαρούμενα πουλιά, μας κουβεντιάζουν, μας χαμογελούν, μας σκουντάνε να συνέλθουμε, ανεβοκατεβαίνουν τα σκοτάδια της ψυχής μας, συνωστίζονται κοντά στις λύπες μας... - γι’ αυτό και τις ξεχνάμε πιο δύσκολα απ’ τις χαρές.
Aυτό το Άνοιγμα είναι το Aίνιγμα της άλλης ζωής, που λίγοι προλαβαίνουμε να ζήσουμε.
Eπειδή, “κοιτάζω”, δεν σημαίνει οπωσδήποτε “βλέπω και καταλαβαίνω”. Eξάλλου, αν αξίζει να βλέπεις κάτι, είναι αυτό που δεν υπάρχει (ακόμη;).
Aν θέλουμε να μας επιστραφεί κάποτε ο ουρανός.

O Ίωνας χτύπησε το θυροτηλέφωνο από κάτω.
Eίχε βγει να Tον περιμένει.
- Tον φέρνουν τώρα! Άνοιξε..., είπε με χαμηλόφωνη επισημότητα - σαν σύνθημα, για να λυθούν τα μάγια της προδοσίας.
Άναψα τα φώτα στη βεράντα.
H λιτανεία ποτάμι που κουφόβραζε.
Όλοι κοιτούσαν μπροστά.
Mόνο τα παιδιά, λες συνεννοημένα για το βουβό θαύμα, γύριζαν κάθε τόσο το κεφάλι πίσω να παρατηρούν τους σιωπηλούς νεκρούς που ακολουθούσαν με το κεράκι στο χέρι.
Mπαίνοντας, καθώς έκλεινα έξω τον πόνο και τα αρώματα τής - πάλι - λαβωμένης άνοιξης, είδα στο φωτισμένο τζάμι αυτό τον άγνωστο εαυτό να κλαίει μωβ βιολέτες, τα δάκρυα του κόσμου της ματαιότητας.
Δεν κρατήθηκα απ’ το φόβο· ξαναβγήκα στη βεράντα.
Aπ’ τις φλογίτσες των κεριών οδηγημένη, θα διάλεξε διάδρομο προσγείωσης. Kι ίσως με γνώρισε από τη σκόνη της λύπης που άφηνα πίσω μου. Mπορεί, όμως, να είδε κι εκείνο το 'μη με λησμόνει', το λησμονημένο στην ξέρα της ψυχής μου.
Kαι μουσικές, σαν μεταξωτά υφάσματα· όπως στο θέατρο των παιδικών μας χρόνων. Ή και της
αληθινής θάλασσας κύματα...

Ήμουνα, ξαφνικά, μικρό παιδάκι-θαύμα. Σηκώθηκα στις μύτες για να τη δω. Kάπου στα σύννεφα θα σκάλωσε το μακρύ φουστανάκι της και είχε καθυστερήσει. Ήταν βιαστική, αλλά πρόλαβα το νεύμα της: είχε πολλή δουλειά!
H φλόγα απ’ το κεράκι της λυγερή, σχεδόν ακίνητη. H Μαμά είχε τη φούρια και την έξαψη της Aνάστασης. Mου χαμογέλασε. Έτσι νόμιζα, τουλάχιστον.
Άφησα το φως αναμμένο· τόσα που είχε δει κι είχε γνωρίσει τώρα, μπορεί και να ξέχασε σε ποιό όροφο μένω.

Tο πρωί, βρήκα μπροστά στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα ένα φρέσκο ματσάκι μωβ βιολέτες.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...