Saturday, October 31, 2009

Ξεκούραστος χρόνος

Τα βήματά μου αγνόησαν το πράσινο
και βιάζεται η λαχτάρα μου να χάσω
τον ορίζοντα απ’ τα μάτια
γιατί η ψυχή όπως πάντα ζηλεύει την ρευστότητα
στο ώριμο αίτημα της θάλασσας
όλο να σε κερδίζει και ποτέ να μη σου δίνεται.

Ώσπου να ρίξω αλλού το βλέμμα
κατακλυσμός η μελωδία που έχασαν οι λέξεις
έλξεις παλιές μα ολοζώντανες και φρέσκιες
χάρτινα υποσχετικά βαρκάκια των ανέμων
ανατριχίλα του βυθού στις παρειές του θέρους.

Μέσα στο σκληρό φως γκρεμίζονται
οι απελπισίες της έννομης τάξης
και όλες οι οικοσκευές του χειμώνα
οι αναμνήσεις πέφτουν στον ανεπίστρεπτο καταρράκτη
μετακομίζουν τα όνειρα μετά μουσικής στο πεζοδρόμιο
για ν’ απιστήσω μια φορά στο θαύμα.

Και αν μοιράζομαι την ευωδιά του ουρανού με τ’ αστέρια
σπρώχνει αέρινο χέρι την αυγή στα τριαντάφυλλα
που θα ντυθούν πάλι την αρχή τού κόσμου
κι ας χάνω πάντα το ουράνιο τόξο
οι σιωπηλές εικόνες μόνες τραγουδούν.

Οι πιο καλοί μου φίλοι είναι οι αναλφάβητοι
ο πιο πιστός μου σύντροφος η τύψη.
Και η αμνησία, η λαμπρότερη έμπνευση.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...