Showing posts with label προ-φασεις. Show all posts
Showing posts with label προ-φασεις. Show all posts

Monday, September 27, 2010

Βάσανα σάβανα

Σου έλεγα παλαιότερα
τα σάβανα δεν έχουν τσέπες
τώρα, από κοντά, διαπίστωσα
δεν έχουνε καν αίμα και ορμή
γι' αυτό αιμοδιψή τα αφιλότιμα
και ό,τι πρέπει για όσους εν ζωή τ’ αξίζουν.

Aπλώνει άγουρο δειλινό
ανεξιχνίαστο ο Σεπτέμβρης
σαστισμένα ζωΰφια σαν ελπίδες ανεξόφλητες
χοροπηδούν ερήμην σου στο αθέατο
ρεματάκι της ζωής:
εκεί που έχεις λόγο, χάνεσαι
κι όπου δεν απαντάς, κερδίζεις.

Φτερώνουνε φορές αυθόρμητη
πηγή τα χελιδόνια
όπως όταν σου λέω
μη μ’ αγγίζεις
σμήνος πετάγονται πουλιά
απ’ το βλέμμα σου
και με ραγίζεις.

Νύχτες βελούδα αβάσταχτα
κεντά στον ουρανό η φλόγα
η μικρή κι αχόρταγη
του νου σου
καίω στα χείλη σου τσιγάρο τελευταίο
- ποιος θα μπορούσε να μου κλέψει
όσα έζησα
ακόμα κι αν διάβαζε το αίμα μου
ως την ελάχιστή του συλλαβή
ρανίδα.

Friday, July 16, 2010

Κρεσέντο

Ήρθε με λασπωμένες μπότες
μούσκεμα στον ιδρώτα της απόστασης˙
οι τρύπιες τσέπες ένδειξη πως τα όνειρα δραπέτευσαν
– το βραδινό καράβι είχε σαλπάρει
κι εκείνος έψαχνε ως την τελευταία στιγμή
τα ναύλα για τον ουρανό σ’ ένα λουλούδι.

Στο δρόμο έχασα πολλά, μα όχι την ψυχή μου
είπε κι ακούμπησε επάνω στο τραπέζι
λευκό και άφιλο χαρτί – μολύβι
η ματιά του ακονισμένο
από ιδιωτική βροχή ανομολόγητη – κι εγώ
έδαφος πρόσφορο για τα οικεία βέλη.

Πριν απ’ αυτόν, με καίει
το χαμόγελό του από αιθρία
αξέχαστη στη μέση του χειμώνα
– για ώρα ανάγκης, μου έλεγε
όταν με κοίταζε απ’ τα βάθη
ως την ψυχή μου – μαγνήτης
πελάγη απεγνωσμένα ανάμεσα,
τριαντάφυλλες ανάσες σε γέφυρα πυρφόρα
– ο στεναγμός μού ζωγραφίζει πεταλούδες
μες στα σωθικά –
δεν έχω δεύτερο πουκάμισο
εκτός απ’ την αφή μου να του δώσω.
... ... ...


H συνέχεια, μαζί με το οφειλόμενο από την προηγούμενη ανάρτηση, ξεφυτρώνουν εδώ


(Έχουν ξεφύγει από την ακαταστασία τους ~ οδεύουν προς ...βιβλίο χειροπιαστό! ;)


Φιλιά στο θεσπέσιο καλοκαίρι σας,
να περνάτε όμορφα
– ανεπανάληπτα, κάθε στιγμή! :)


Friday, November 27, 2009

Η εύφορη αναρχία του λεξιπένητα

Φορές ακούω τα λόγια μου να τρέχουν στην ταράτσα
μα πιο συχνά εσένα αφουγκράζομαι
ν’ ανεβοκατεβαίνεις την ανεμόσκαλα
των δύσκολων ονείρων
κουβαλώντας τα αθησαύριστα
που πόθησαν να βγουν στο φως

– κι η θάλασσα κι ο ουρανός την ίδια γη αγκαλιάζουν –

κι ούτε στιγμή δεν παρασύρομαι απ’ τους νηφάλιους
που κάνουν επίδειξη στην παλίρροια της ματαιοδοξίας
με καθρεφτάκια να θαμπώνουν
τους σαστισμένους ιθαγενείς των προαστίων.

Σπάει τότε ο πόνος άπατρις σε ήλιους-κρυσταλλάκια
αργότερα σε δάκρυα μακριά στα κυπαρίσσια
– μοιράζουν πάλι απ’ την αρχή χωρίς να μας ρωτήσουν –
η μουσική συστήνεται στο βυθό βουβή
ν’ ανοίγουν μόνο τα κοχύλια.

Με βρίσκει το ξημέρωμα
με γιασεμιά στο στόμα.

Saturday, October 10, 2009

Ίνδαλμα ιδαλγός

Σε θυμάμαι καλά.
Στεκόσουν πάντα κόντρα στο φως
για να με θαμπώνει ως και η σελήνη
όταν σε κοιτούσα.
Απ’ τα μακριά μαλλιά σου έσταζαν
όμορφες λέξεις
αστράφτοντας ηδονή και δέος
γίνονταν πουλιά ή πεταλούδες
κατά τη συνήθεια των καιρών.

Ελάχιστο αεράκι
μπορούσε και να με σηκώνει σύννεφο
με δίψα για τους ψίθυρους των δέντρων
χάνοντας τη μιλιά μου
άηχη συλλαβή όταν κλεινόμουν
σε άδειο όστρακο
ή στο συρτάρι με τα παραμύθια
ως την αυγή αναβολή.

Μέσα στη νύχτα τίποτ’ άλλο. Τίποτα
– αφού τα πάντα είναι ζωή
και μόνο η ύπαρξη το άπαν
στο σύμπαν που αγκαλιάζει τα Ωμέγα μας:
όλες τις σβησμένες θλίψεις τού απραγματοποίητου
και μόνο μια σταγόνα απ’ τον ιδρώτα
πόθου ανάσα πιο καυτή
κι απ’ του Ιούλη το αθώο μεσημέρι.

Κρίμα που δεν κρατάς εκείνη την ανάμνηση
- έστω μια ασπρόμαυρη φωτογραφία -
να σε αναγνωρίζεις πότε πότε.

Σύννεφο σκούρο το πουλί
πετάει αλφαδιασμένο
μ’ όλες τις λύπες του καιρού
και μοιάζει κουρασμένο

αν θα ’ναι δάκρυ ή βροχή
η αγάπη που θα πέσει
είναι η χαρά που θα το πει
πνιγμένη ως τη μέση.

Monday, August 31, 2009

Momentum ~ η παραπομπή

Λίγο πριν επιστρέψουν οι ρακένδυτες ανάγκες
ραγδαίως σαρκοβόρες όμως
παρατηρώ τον βαριεστημένο θόλο˙
ξαφνικά αποκαλύπτεται η ηλικία του
στην μεσημβρινή αχλύ του αρχαίου απογεύματος
- ακόμη αφανή τ’ αστέρια.

Χρειάζεται να μετατοπισθούν
αγάπες πολυσύλλαβες για να συλλάβεις
το αίνιγμα
το νιώθεις από την αγριότητα
της βλάστησης που το καλύπτει.

Λύσεις αργόπλοες εμφανίζονται στον ορίζοντα
σε σχήμα βιολετί και ρόδες ρόδα
επάνω, στην αριστερή γωνία τού πίνακα
ως να προφέρεις υπερσυντέλικο τετέλεσται
ξυπνά από το όνειρο η Κοιμωμένη τού Πικάσο
απ’ την αφέλεια του κυκλάμινου
κερνά την αντοχή του
και παίρνουν
τα νοήματα σειρά
– αρχή για τον Αρχίλοχο στεφάνι
από την σύρραξη των Παρο-Ναξίων
ως τις σφαγές στο Μογκαντίσου
και τις φωτιές τής Αττικής˙
αμέσως μετά, Οδύσσεια ο δρόμος τού ανθρώπου
στις στριμωγμένες ώρες οι θάλασσες
αόρατες μέχρι να καταφθάσει η γαλήνη.
Προς το παρόν, ανάβεις το Ανεκπλήρωτο
μήπως ντραπεί το επερχόμενο σκοτάδι.

Λιγοθυμούν τα αρώματα με την ησυχία τους
στο δικό σου βιβλίο η ανησυχία τού έρωτα
δεν λέει να ξεθυμάνει στον παρακείμενο
καθώς τεμπέλες νότες στην ατμόσφαιρα
και τα πουλιά απουσιάζουν ως συνήθως
στα όνειρα.

Λίγο οι καπνοί πολύ οι σκέψεις
νωρίς κιόλας βραδιάζει
– ανάμεσα μυρτιά και αγριοκέρασο
οι σφριγηλές ανάσες της μνήμης
αχ, θέρος τών σωμάτων –

να χαριζόταν λίγη ταραχή μακριά του

- άγαλμα λευκό και με σβησμένα μάτια
να γινόταν ο έρωτας

ή χαλασμένο ρολόι
δίκιο να έχει
μόνο δυο φορές τη μέρα.

Thursday, June 25, 2009

Αιθρία ευώδης

Κρατάει τις υποσχέσεις από τα λουριά
το καλοκαίρι
χάδι είναι και σκιά
του γιασεμιού το νεύμα ξέπνοη ανάσα
και φυλαχτό για το χειμώνα
όπως το μάγουλο στη θαλασσένια αγκαλιά
στη Δήλο σαύρα ανάσκελη
ακινητοποιημένος χρόνος η κλεψύδρα
στο κεφαλόσκαλο του Διομήδη.

Κρατάει όρκους το για-σε-me
- κάτω απ' το χιόνι έπινε φωτιά -
είναι που φυλάω ακόμα
τα πεταλάκια του
ανάμεσα στις σελίδες
- πρώτοι ρόλοι εν περιλήψει.

Γυρνάω πλευρό και χύνονται
θάλασσα οι λέξεις απ' την άλλη
στο μαγικό κουτάκι τις κλειδώνω
να ωριμάσουν τύχη
μα εκείνες γίνονται κορδέλες
αβαρείς καμπύλες
ή κόκκινο κρασί οι πιο ανυπότακτες.
Λάμπει το σύννεφο κρυφά
από μέσα του
μισανοίγει
ντροπαλά τις γρίλιες
της καρδιάς του
- το φως πίσω απ' τα μάτια.

Μια χάρη τώρα έρχεται: έξω
χαρά Θεού
– για μέσα, ξαναγράφω θάλασσα
και γίνεται ταξίδι.

Thursday, May 7, 2009

Δύο σε Ένα

Ένα παλιό μου όνειρο ζακέτα δίχως τσέπες
πονάει σαν καινούργιο φορτωμένο κιόλας
περιπλανώμενους μαγνήτες άστεγες πληγές
με ουρανό το κλάμα
πώς τις λυπάμαι από μακριά
σε σταυροδρόμι δίλημμα ψυχή αποφασισμένη
κόβω τη θλίψη σαν λουλούδι ετοιμοθάνατο
του κάνω χάρη πριν πεθάνει να το ζήσω
και ένα και δυο, να, ξεθαρρεύει η μεταμόρφωση
το δάκρυ γίνεται δικό σου πρόσωπο
για να σε λυπηθώ γενναίο
διάστημα στιγμή εξατμισμένη
μου κλέβει πάλι τη φωνή - οδυνηρά
από τη σάρκα μου τα γράμματα μαθαίνει.

Για να λες κάτι Απόσταση
χρειάζεσαι καθρέφτη
κι εγώ δεν βλέπω τίποτα
μόνο σκοτάδι πέφτει
όλο φωτίζει την πληγή
και μου ζητάει λέξεις
να φτιάξω κήπο με χλωρά
αισθήματα βρεγμένα
εκεί που ήλιους φύτευα
γλυκά να σε μικραίνω
τώρα ν' απομακρύνεται
η θαλερή ευθεία
και μες στις τεθλασμένες σου
διάρκειες να υφαίνω
ψεύτρες, κεντήστρες απατηλές
που μου ρουφούν ανάσα
σαν πετραδάκια στο βυθό
παλιό σινιάλο αμφίβιας ζωής
γέφυρα αυταπάτης δύο σε ένα.

Βουίζει εκκωφαντική σιωπή
η μοναξιά που κάνει
θόρυβο στους στίχους.

Διψά η καρδιά για γιασεμιά αγάπη˙
πρώτα για την αγάπη
και ύστερα για πόνο.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...