Showing posts with label universalis. Show all posts
Showing posts with label universalis. Show all posts

Monday, December 13, 2010

Σπουδή (και με τις δύο έννοιες)

Δεν είναι αγάπη ο έρωτας
σε νύχτες αξημέρωτες μούσκεμα μαξιλάρι
ακροβασία επί ακμής κατάκτηση τροπαίου
και πείσμα ιδιοκτησίας σαρκοβόρο.

Δεν είναι πόθος η αγάπη
και το φιλί ρόδι στυφό για το αλμυρό αντίο
- έχει άλλα ονόματα
γυμνά από στολίδια πρόσκαιρα
και ρίγος ηδονής
του τυφλού δούναι και του άπληστου λαβείν

μα εγώ εκεί κατοίκησα
σε Μάηδες τρυφερούς
θάλασσες ξελογιάστρες
και κόκκινα φιλιά φωτιά πάνω στην άμμο
- είμαι η καλομαθημένη της στιγμής
κι ας την πληρώνω χρόνια.

Αυτό όμως είναι αγάπη: το φυλλαράκι
που θα ξεμυτίσει με θάρρος καταπράσινο
– αυτό και μόνο αυτό βλέπει και ιχνηλατεί
τη θέση του παλιού – μια μέρα
ανυποψίαστη που θα χαζεύεις ουρανό
κι ούτε που θα θυμάσαι επαναληπτικές απογειώσεις.

Τα σπάνια υπηρετεί και φανερώνει τα ασυνήθιστα
εκεί πάει και κρύβεται συνήθως η αγάπη
- κι όχι στα νέφη του έρωτα
και στα καυτά πεδία των μαχών του -
ζεστή ανάσα μες στη νύχτα του Γενάρη
φύλλο κρυφό στην τύχη του άστεγου
στου αδέσποτου τη θλίψη βλέμμα υγρό ανεπίδοτο.

Η αγάπη σώνει τα λόγια
από πνιγμό στα έλη της συνήθειας
δηλώνει τα αόρατα μα θέλει πολύ κόπο
- ύπουλα τρέχουν οι εποχές
και πού να βρεις τον χρόνο...

Η αγάπη μπορεί κάλλιστα να είναι – μεταμφιεσμένη –
αυτό το τελευταίο φύλλο της λεύκας
ως πότε; μέρες το παρακολουθώ - ως πότε;
που σθεναρά αντιστέκεται στης θύελλας τη λύσσα
χωρίς λόγο.
Χωρίς λόγο.

Sunday, July 11, 2010

Ο δισταγμός της αθανασίας

Έμαθα γράμματα στους δρόμους των ανέμων
στα φύλλα των αειθαλών και στα φιλιά του νότου
εκτεθειμένη στα ρεύματα του έρωτα
και των θαυμάτων την αδιακρισία
με τον χαμένο χρόνο αγκαζέ
και την ηχώ να επισκοπεί
τις περιλήψεις.

Απ’ το μικρό μας δαχτυλάκι
ως το απαύγασμα του Ωρίωνα
κι όλους τους σκελετούς των άστρων
η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί˙
από την χαραμάδα όμως
ξεμυτίζει το ζουμπούλι:
είναι το μυρωμένο αίμα
απ’ τα γδαρμένα γόνατα
της μνήμης.

Σπασμένο κλωναράκι ο χρόνος στο ποτάμι της ζωής
κι όπου βαθαίνει αυτό, εκείνος να διηγιέται
– γενναία δάκρυα και χαρές εφήμερες –
πως μόνο ό,τι στερήθηκες δεν χάνεται.

Μεγάλο είναι το βιβλίο του κόσμου
με όλες τις ανορθογραφίες του.

Σαν να παραβιάζεις το μυστήριο
στην καρδιά του ρόδου
μερικές φορές, το δυσκολότερο και το σωστό
είναι το ίδιο πράγμα.

Και, εννοείται, πάντα πρέπει να υπάρχει
μια πληγή σε πρώτο πλάνο
ωσάν λουλούδι ανοιχτό
σε μια καινούργια προσευχή
απέναντι στον άνθρωπο που ξέχασε τα πάντα
και τα ’χει χάσει όλα.

Στο φόντο η ίαση, άκρως αμφισβητήσιμη
αν όχι αβάσιμη.

Τι να κάνω λοιπόν μ’ αυτόν τον σκελετό
που μου πήρε τη θέση στο κρεβάτι μου;
Ακόμα κι ο δισταγμός θέλει απόφαση
αφού και το πολύ ποτέ δεν είναι αρκετό.
Όπως: για την αθανασία, προϋπόθεση
είναι ο θάνατος.
Το παρόν, μαζί με το επόμενο
θα ταξιδέψουν καλοκαιρινά
ανάμεσα σε δύο τραγούδια

Friday, March 26, 2010

Αν δεν σε λένε Λάζαρο

Απλώνω γαλανό χαρτί το Μέγα Σάββατο
και ονειρεύομαι θάλασσα αναστάσιμη
γαλήνια απέραντη προκλητική
- όμως οι βιολέτες ακόμη εδώ
με ονοματεπώνυμο
Μωβ Αγκάθια
στα πλευρά της αοριστίας όξος
το καταδεκτικό θνήσκειν.

Γιατί η ζωή-ζωούλα
απ' το Μηδέν ως το Άπειρο
χωρίς υπόλοιπο
για ένα χαντάκι Αχέροντα στα οδοφράγματα
του Χάρου νοικιασμένο.

Η μακρινή σου όραση εκτείνεται
ως την παλιά φωτιά που καίει ακόμα
βεβαιότητες
και σμήνος γιασεμιά να ξεπεζεύουνε
στα νέφη για μια λιακάδα-ευωδιά
στου τάφου τα δυσκολεμένα χρώματα.

Λέμε θνητό τον άνθρωπο
- όχι το βιολοντσέλο ή το λουλούδι -
ίσως επειδή η χάρη του έφτασε
στο φεγγάρι για να ξεστραβώσει
την ιστορία του
αντί ν' ασχοληθεί με
μια πυγολαμπίδα-νότα.

Ν' απελπιστεί ο άνθρωπος
να απολεπιστεί η αγωνία.

Friday, December 4, 2009

Ενδοφλέβιο φως

Χυνόταν άπλετο χρυσάφι ηλιοβασίλεμα
πάνω στην άδολη εμπιστοσύνη των δέντρων
όπως πριν από καταιγίδα απρόβλεπτη
της χλόης το πείσμα χρωματίζει την ημέρα

ωσάν ρωγμή στην τελειότητα του εφήμερου

ήρθαμε από σκέψη βαθιά
– κρατάει αόρατα ταξίδια φυλαχτό της –
χρυσή κλωστίτσα η αφή
σ’ αυτή ακριβώς την αλλαγή
που διατάζει σταυροδρόμια˙

σταγόνες και αναπηδούσαν
στα προαιώνια στεγανά μας
αστέρια και λιγοθυμούσαν
ανάμεσα στα άγρια φιλιά μας˙

βρεγμένα ρούχα και βαριά
να πέφτουνε πιο γρήγορα στο χάμω
για να γνωρίσουμε τη ρίζα του νερού
την αλαβάστρινη αθωότητα της γύμνιας˙

σαν να ’μουνα ψιλή βροχή
κι εσύ ωμός τυφώνας
– κάτω από στέγη φλογερή
ο εύοσμος κοιτώνας –
όλος ο κόσμος πλύθηκε
από τα δάκρυά μας˙

το εσπερινό αστέρι εποπτεύει
την αδιαφορία τού τικ τακ στο ρολογάκι
γεμίζει τα πηγάδια ο χρόνος
για το ποτάμι που θα έρθει να μας πάρει
μα τώρα το δωμάτιο θάλασσα
και στέγη ο ουρανός αιθρία˙
εμείς θα σκαρφαλώσουμε φεγγάρι.

Tuesday, October 27, 2009

Ως παλίρροια

Βαθιά κάτω από την λάμψη τού αργού νερού
τα αιώνια κύματα χάδι μητρικό
στοργικά για πάντα μέσα στην αγκαλιά του
τα μυστικά που θάλπονται βαθιά μας
κρυμμένα κάτω από την άχρονη παλίρροια
τόσο κοντά που βλέπεις μες στα μάτια τα όνειρά σου.

Ολόλαμπρα χορτασμένο πεθαίνει το φεγγάρι
τρεμοπαίζει αμυδρό φως στη θλίψη
η ανώφελη αντίσταση στην κατάκτηση του ήλιου˙
η νύχτα σηκώνει το βέλο στο αίτημα της μέρας
- στα μαύρα φτερά της ασήμι γυαλίζει
ανάμεσα στη σκιά και στην ψυχή τα χρεωμένα.

Χορδή σπασμένη η ανάμνηση του αδίστακτου θέρους
ολίγον κατ’ ολίγον αδυνατεί το φως
για την ρεαλιστική εκτίμηση των πραγμάτων˙
ιεροτελεστία στο βωμό τής πτώσης
μες στα χιλιάδες ηλιοβασιλέματα πνιγμένα
του φθινόπωρου τα φύλλα κατακόκκινα

επαναληπτικά κι αμετανόητα
πέφτουνε με τα ρούχα στη φωτιά.

Στον απώτατο πόνο
ο πρώην ευδαίμων θηριοδαμαστής
καθώς ο Χουάν Μιρό γυρίζει την πλάτη
στην πρωινή αθωότητα των παιδιών
που από συνήθεια και μόνο συνεχίζουν
να κλέβουν όνειρα για να μην συλληφθούν
απ’ την πραγματικότητα

αφού κι ο θάνατος τους ζωντανούς χρειάζεται
για να παρηγορεί την εμμονή του Ορφέα
μα και τον Άδη που υποφέρει από τη νοσταλγία μας.

Saturday, October 17, 2009

Στην πόρτα του ουρανού

Ως τα χαράματα ο ήλιος επουλώνει
τα αίματα της δύσης κάθε μέρα.

Αέρινες σκάλες κατεβαίνει ο ουρανός
να σ' αγκαλιάσει γνώριμος παλιός
καινούργια ολόφωτη ιδέα στο σκοτάδι
αργά το γαλανό σε μαύρο αγιάζει
αγιάζι λεπτό υφαντό νιφάδες
κλείνεις ντουλάπια πόρτες και μπαούλα
μη βγει καμία λεπτομέρεια νοσηρή
μνήμη και λεκιάσει τη θέα
του μοναχού αποσπερίτη καθώς
φωτίζει μακριά απ' το χιόνι
το αόρατο δεντράκι που σε περιμένει:
την ψυχή σου.

Τόσα λουλούδια ξεφυλλίζει ο άνεμος
λυσομανώντας - πού πάνε; ποιες αγκαλιές
ν' αρωματίσουν πόνους και πίκρες
μουσικής χαρές να ξεχωρίσουν
απ' τις λάσπες τα διαμάντια;

Σε βλέπει μες στα όνειρα η θλίψη
κεντά για χάρη σου αστέρια
φως χαραμάδα σε βρίσκει πάλι
και ροδοπέταλα μες στις παλάμες
- θ' αρχίσεις τώρα να φιλοτεχνείς
ζεστό το αίμα της απουσίας κρυφό
να ντύσεις το σκοτεινό άγαλμα της μέρας.

Πολλή δουλειά ώσπου να ξημερώσει.

Monday, October 5, 2009

Και ...απελθέτω

Καθώς λιγοθυμάει το ηλιοβασίλεμα
– μόνο ό,τι πουλιέται δεν είναι δικό μας –
έρχονται τώρα σκέψεις αλμυροβαφτισμένες
στη γαλήνη τής πληρότητας
"όλα καλώς καμωμένα", οι ακόμη ευέλπιδες
ξανοίχτηκα στην προσμονή-αγαπημένο μονοπάτι σου
κι ήθελα να σου πω αν ποτέ αναρωτήθηκες

πόσα χρωστάμε και στις ξένες συναντήσεις
και στις άγνωστες αγάπες
τις πρώτες αναγνωριστικές πυρετικές κινήσεις μας
το νέκταρ των αβέβαιων φιλιών του πάθους
μα και την είλη των σωμάτων μας
που εξιλεώνονται στον έρωτα

πόσα χρωστάμε
στους εν αγνοία τους ανώνυμους ποιητές
μάτια κι αγγίγματα που ανήκουνε σε άλλους
ξεχασμένους πια
ή πιο κοντά κι από τον μακρινό εαυτό μας

γι’ αυτό κι εμείς, καινούργιοι, τρυφεροί και ξένοι
στις θάλασσες που τρέφουν και τον πόνο και το γέλιο
κι όλα που καταπίνουν όσα εμείς ξεχνάμε
κι άλλα που δεν σου χάρισα

κι εκείνα που πετάξαμε άσκεφτα στη φωτιά
φυτρώσαν ανυπόμονα να δείξουν χαρακτήρα
σκορπώντας τα μαθήματα σ’ ερειπωμένα σκαλοπάτια.

Μην κατεβάζεις όλα τ’ άστρα στο μπαλκόνι μου
κι ένα μού φτάνει να χορτάσω την αγρύπνια.

Sunday, September 27, 2009

Ο συνομιλητής τών παγετώνων

Τώρα που άλλαξε το νόμισμα
πληρώνεις ό,τι σου αναλογεί
από την αγριότητα που επέτρεψες
ν' ανθίσει - το 'ξερες;

Τι λέει όμως η νομολογία
του άπιστου χρόνου
μαστίγια δευτερόλεπτα που ξεκουφαίνουν
την αρένα άνισου αγώνα
διαιτητής και παίκτης
της κλεψύδρας - σοφά εποίησε
μην είν' όλα δικά του
το τελευταίο χτύπημα αφήνει
στην καρδιά σου.

Για να σε ξεπαγώσω: πάνω
από τις επιδόσεις του χάους
ασημένιο ευωχούμενο ενθύμιο
επόπτης ορατών τε και πάντα
πιθανών μες στα νερά
του ξέφρενου Αυγούστου το φεγγάρι

- τώρα πιες!

κρυφοκοιτάζει ως κι ο ήλιος
λιπόθυμος από παλιές ισημερίες
διεμερίσατο
τα ιμάτιά του αραχνοΰφαντα
αστραποβολήματα
δανείζει χαράδρες αχειροποίητες
που παγιδεύουν λόγιους
στεναγμούς κι ανταπαντά η ηχώ
με τρίσβαθα ερώτων ανάσα της νύχτας
κι εμείς πάντα - όλο ξεχνώντας - πολύ άγουροι
για να δώσουμε.

Οι φιλντισένιοι βράχοι των άστρων
ανθίζουν τη λαχτάρα τους με γήινα λουλούδια.
Κι όμως, αν τη ρωτήσεις
η ψυχή μας
αγαπά το καλοκαίρι για την περηφάνεια του.

Friday, September 18, 2009

Σχεδόν επέστη

Μια απ’ αυτές τις μέρες θα σταματήσω
την αμνησιακή τρεχάλα
και θα γυρίσω προσεκτικά τις παλιές σελίδες
πριν απ’ την τελευταία ευκαιρία.

Μετά το μπάνιο, κάθησαν γύρω απ’ το τραπέζι

ο ωραίος ξένος κοντινός, μα άγνωστη η φωνή του
γιατί τον κούρασε η γενναιότητα εις μάτην

φαντάροι που κρατούν τα όπλα σαν παιχνίδια
να μην πουλήσουνε φτηνά και τη χαρά τους

δυο τρεις ακόμη φυσιογνωμίες που ξεχάστηκαν
αλήτες σχεδόν άγιοι ξοδεύοντας μετά από περίσκεψη
τον χρόνο τους αλύπητα σε μία ρουφηξιά

– όπως τα φύλλα του καπνού ζαρώνουν οι αναμνήσεις –

ο μπαμπάς φρεσκοπλυμένη ανυπομονησία
κρυμμένο όμως το γέλιο του
να μη μας δώσει θάρρος
– μη μου στενοχωριέσαι, καριοφύλι μου
έχει για σένα όνειρα ο καιρός˙
και η μαμά-εννοώ, θα με θυμάσαι; -
με το εμπριμέ της φουστανάκι τελευταία
– έφυγε πρώτη –

εγώ, καλά: σαν να μην ήμουνα
– όπως πάντα˙

η θάλασσα πόρτα ψηλή με σιδερένια πύλη
αν κάποιος μπόρεσε ποτέ να την αθανατίσει
μ’ εκείνη τη φλογερή θλίψη που λέγεται επιθυμία

η υγρασία των σωμάτων αδιόρατη
χυμένη η μουσική πάνω κι απ’ τις αισθήσεις
γεμίζει τα κεφάλια μας και τρέμουν τα γόνατα
στο γήινο ίδρυμα που εγκαινιάζει τις ορμές
και τα ταξίδια που ζηλεύουν οι αναχωρητές
κι η αύρα που ερωτεύεται τις πέτρες
επειδή της αντιστέκονται

και απειλητική μονάχα η βρώση τού καιρού.

Όλοι αμίλητοι – μόνο ο άγριος άνεμος σείει
φλυαρώντας τα φυλλώματα
κουραστικά ακατάπαυστα
και τα τζιτζίκια ως την παραλία
και πιο πέρα
εκεί που η έλλειψη όλο μεγαλώνει
και η αλήθεια ντύνεται τις ομιλίες των πεθαμένων
– εμείς, τι άλλο να πούμε;
Την προσευχή μας για τον επιούσιο
μην ξημερώσουν πια φωτιές
και

Πως αγαπάς τα ποιήματα πιο πολύ κι από μένα,
μου χαμογέλασε το μέλλον αγγελάκι
χάιδεψε τις κοτσίδες μου με το απαλό χεράκι
σαν προφητεία σιωπηλή
– να το ρωτήσω ούτε που πρόλαβα, όπως πάντα –
και βγήκε από το κάδρο.

Αχ, αβάσταχτες! όλες οι ομορφιές μου μαζεμένες
στην ιδανική ακτή που ακόμα δεν αγάπησα
στοιχειωμένες από τους ψίθυρους του καλοκαιριού
και τις σκιές που φεύγουν απαλά
μαζί με τα μεσημεριάτικα όνειρα.

Saturday, August 8, 2009

Υποδύομαι προτεραιότητες

Δεν είχα πού να γράψω – όχι σε ποιον –
γι’ αυτό άρπαξα το σκονισμένο σχολικό τετράδιο
με τις αρχαίες μουτζούρες τής αθωότητας˙
κι αν απευθύνομαι σε σένα
παραβιάζοντας την επετηρίδα τής αναμονής
είναι γιατί σε είδα στο όνειρο να ’ρχεσαι κατά πάνω μου
ορμητικά ως έρωτας εφηβικός
– σημάδι πως ανησυχείς αν είμαι καλύτερα
απ’ την προηγούμενη κατάδυση στο ανέφικτο.
Δεν έχει εδώ συγκριτικό: είμαι καλά, λοιπόν
– όπως μετά από μια βουτιά προγραμματίζοντας την δεύτερη –
γέρνω γερνώντας αλλά προς ανατολάς
ενώ στη δύση οι ποιητές βρίσκουν πιο ώριμα τα λόγια
σαν τον αφρό τού σαπουνιού στο σάβανο της άσπρης νύχτας.

Εγώ - να σου θυμίσω - ποτέ ποιητής
με καθαρές πλυμένες λέξεις˙
εγώ, ο εξάχρονος γιος μου, βουτηγμένος
στις ωραίες λάσπες
αδημονώντας εξοικείωση χώματος
όπως σ’ αυτήν εδώ τη φωτογραφία τραβηγμένη
στα άκρα πάλι και λίγο πριν ο άγγελος
του μάθει να πετάει κι ερωτευτεί την έλλειψη
βαρύτητας
- όσο τουλάχιστον και την Αυγή, τη συμμαθήτριά του –
ίσως και τα αμετάκλητα ύψη.

Έκτοτε εγώ, ο γιος μου νεογέννητος, χωρίς
σφραγίδα έγκρισης απ’ τη ζωή την ίδια
αφότου η συνωμοσία τών κρυφών γραμμάτων πήρε σάρκα
και τα οστά του φέγγουν αδιάλειπτα στον Μέγα Χώρο
του μέσα Γαλαξία
μονάχα πληγωμένες λέξεις μες στα χέρια μου
πώς να τις αναστήσω στο λιγνό ξημέρωμα
θαμπά μα και προκλητικά που μου χαμογελάει
κι ούτε ένα ψίχουλο ομορφιάς στα σχολικά συρτάρια μου
να ’χουνε κάτι να τσιμπολογάνε τα πουλιά
πριν από την αιώνια πτήση
να ’χει ο αέρας κάτι παραπάνω να χαϊδεύει
απ’ τα χιλιάδες αρχικά τα χαραγμένα
σ’ εκείνο το ανεπίστρεπτο θρανίο τού δέους
πριν το γνωρίσουν τα πρωτάκια
πολλά, αμέτρητα τα πριν
και πουθενά ένα έγκαιρο για να πατήσει φρένο.

Τώρα ξανά σε στάση προσοχής στην προσευχή
σου γράφω
τρέμοντας δίπλα στον γκρεμό
του ιλιγγιωδώς μακάριου ύπνου
μην πέσω μέσα του και τα ξεχάσω όλα.

Saturday, May 16, 2009

Απροειδοποίητα η Χάρις

Ω, πώς ανοίγει ο ουρανός χρυσή αψίδα λάμποντας
βροχή από αστέρια όλη νύχτα στο όνειρό σου
πάνω στο δέρμα τού ύπνου η σκόνη τους

ρεύματα ασημένια και γεννούν σημαίες
νωχελικού φωτός απρόσβλητη αρμονία
τριγμοί σεισμοί κι ο ήλιος στο σκοτάδι

καθώς σε πλησιάζει αργά το Άπειρο
ψυχές πυγολαμπίδες θερμών ανθήσεων
γυαλίζει Αγάπη σε προσωπική πινακοθήκη

σε ελάχιστα χιλιοστά η γνήσια τελειότητα
διαφανείς οι σημασίες σιωπηλές
λάμψεις τού Αγνώστου πουθενά πυξίδα

κουρέλια αβέβαιου οίκτου ξεχασμένα έρμαια
στους εξώστες τής υστεροφημίας
μακράν μηδαμινή η θλιβερή αναστήλωση

η δυστυχία τού χειμώνα σε απομόνωση
σε λάθος χρόνο οι παρατηρητές των εγκοσμίων
υποχωρεί η αυθάδεια μπρος στο μερίδιο της υπομονής

πέφτει το παρελθόν αθόρυβα
στο χώμα τής σημερινής ψυχής σου
τοξότης Σκύθης έφιππος και άγουρη Αμαζόνα

μες στην ψυχρή νομενκλατούρα τού συμφέροντος
ανάμεσα στα τωρινά ζιζάνια ξυπνάς
λουλούδι θαυμαστό: εσύ, παιδί

αθώο παιδί στα νέφη τυλιγμένο
– που από της μήτρας το ιδανικό νερό
στου θαύματος τις θάλασσες πέφτει
για να κρυφτεί –
και να σε λούζει
το άρωμα απ’ τις δαντελωτές ακτές
της μυθικής Ανάφης
που άναψε ο Απόλλωνας στη μέση του πελάγου
για να σωθεί η Αργώ και οι ναύτες της
απ’ το ηφαίστειο του εδώ κόσμου.

Sunday, May 10, 2009

Υποδοχή

Ένα λουλούδι με στόχο το κόκκινο
μεγάλωσε με θράσος ηλίου και
μου χτυπάει επίμονα το τζάμι
με τα μούτρα όταν σκύβω πάνω
στις (απο)γνώσεις μου
χρειάζομαι σκοτάδι για να διαγνώσω
τα φωτεινά λιβάδια του εφήμερου
τι επίδραση έχουν στην ανάπτυξη
των βαθυτάτων στεναγμών
των έωλων ερώτων
κι αν το φιλί βγάζει καρπό
όσο η μύγα ξύγκι.

Είναι τόσο ξεκάθαρο που φαίνεται ψεύτικο
- μέγας σεισμός τ' αφήνει όλα άθικτα;
- μοιάζει η κουρτίνα με πανί ιστιοφόρου; ή
- άνοιξε η γη και με κατάπιε στο κρεβάτι μου
με ρίζες ουρανό και όραμα θνησιγενές
κάμπιας για πεταλούδα;

Τηλεφωνεί, μου στέλνει σημειώματα
δοκίμια "Η φρίκη να είσαι μόνος"
Σαγκάλ μεταμφιέστηκε για να με ξεγελάσει
κυκλοφορεί από τις χαραμάδες τα αρώματα
και μαγειρεύει άνοιξη στη μέση του χειμώνα (μου).

Επικαλούμαι στοιχειώδη δικαιώματα μα
το λουλούδι τώρα
μου χτυπάει την πόρτα!
Νιώθω την άρνηση ως τον παραλογισμό
βγαίνω από τα ρούχα μου και
ανοίγω το παράθυρο - αν είναι
να ξυπνήσω από την παγωνιά
του κόσμου.

Πολύ συχνά, οι αποδείξεις είναι
μπρος στα μάτια μας - όταν εμείς
αδιάκοπα αφηγούμαστε
τον εαυτό μας.

Monday, May 4, 2009

Απ' το παράθυρο

Γάτα που ψάχνει επίμονα
ένα παλιό χάδι απόν
φτιάχνει καμπύλη ηδονή
πάνω απ' τις λέξεις και
στρογγυλοκάθεται στην αιχμηρή
συλλαβή ημιτελή αφήνει
τον κίνδυνο αλλά άνετα
επιβάλλει στο νου το βάσανο
αν-είπωτο καθώς
εμφανίζεται στα γκρίζα
μάτια παρελθόν
νεφέλες αδάκρυτες
υπογραμμίζουν με αυστηρότητα
ναι, ακίδα φως μα
όσο κι αν τρώει ψόφια ψάρια η ανάγκη
δεν χωράνε εδώ τα ψέματα.

Να με χαϊδέψει λέξη χάρτινη
- έχει το θράσος να βάλει φωτιά:
Ζήσε όπως η νύχτα! προστάζει και
μου τραβάει το οξυγόνο
- σαν λαβωμένος πόθος σπαράσσει
το τραγούδι της στο δρόμο.

Να μάθω πού να σταματώ
ειδοποιεί πυρετωδώς
η ανάσα μου
στο νοτισμένο τζάμι.

Thursday, April 23, 2009

Ταυτότητα

Κι αυτός διωγμένος απ' τη μοναξιά του
δεν ξέρει πως η μνήμη είναι άγκυρα φορές˙
σκέφτομαι θα 'ρθει να με σώσει
σαν βλέμμα υγραμένο απ' το νοτιά
είναι κανονισμένο λέει
από ένα λαθραίο όνειρο να μάθει
τ' όνομά μου
- ως μόνο ασίγαστο πλάσμα στον πλανήτη
ακόμα και στην παγωνιά
του μεσονύκτιου χειμώνα -
να πάρει την ταυτότητα
κι εγώ να ησυχάσω
στην αγκαλιά της θάλασσας
ή πάνω περπατώντας
γλυκός και τρυφερός Απρίλης να 'ναι
τα ρίγη της Εξόδου συγχορδίες.

Δεν θέλω να συγκατοικήσω πια
με επιθυμίες δημοφιλείς
ούτε να χρεωθεί
ως συνέχεια η αρχή
και το οκνηρό μου πνεύμα
καινούργιες σκέψεις για παιχνίδια
να απαιτήσει.

Άγρια ξανά θα ερωτευτείς
μα ούτε τότε θα πεθάνεις
ψηλά κι όλο ψηλότερα η στέρηση
και σκοπευτής ελεύθερος
στεγνώνει ψυχές γράφοντας
με το αίμα τους
Αύριο θα 'ναι καλύτερα
κι αν σου μιλάει
τώρα η δική μου
σε κανένα μην το πεις˙
ρώτα τη, μόνο, γιατί εμένα
δεν μου λέει: πώς και η πτώση
να μην είναι ουρανός
απ' την ανάποδη;

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...