Showing posts with label σολαρις. Show all posts
Showing posts with label σολαρις. Show all posts

Tuesday, December 7, 2010

Gracias a la vida

Στον ουρανό του έρωτα παίζει βιολί ο πόθος
και η καρδιά σου η πράσινη χορεύει με τα δέντρα
– μοιάζουν μες στην ομίχλη φευγάτες ερωμένες –
είναι οι ψυχές μας γίγαντες που αγγίζουνε γαλάζιο
εκείνο το πολύ μακρινό που δεν είναι νοσταλγία
σαν όταν δεν φοβάσαι πια τον ξένο που φωλιάζει
στα σκοτεινά του θρήνου σου και ανοίγει χαραμάδες˙

άγγελοι κύματα-φιλιά πάνω απ’ το κρεβάτι
και στο ταβάνι κρύσταλλα ουρανό αναζητώντας
βρίσκουνε δρόμο στην καρδιά, μετάξια και οι πόνοι
σπάζουν γαρύφαλα κρυφά ανάμεσα στα δόντια
μία σιωπή σαν βάλσαμο χαϊδεύει τις πληγές μας
κάτι συμβαίνει στις ψυχές που καταργεί τον χρόνο

έρχεται Δίκαιο πορφυρό που λιώνει και τις τύψεις
νιώθεις το νεύμα της φωτιάς που καίει κάθε ψέμα
ο κόσμος που δεν γνώρισες ανάβει καντηλάκι
λες και περπάτησε ο καημός μακριά κατά τις στέπες
χωρίς αιτία και ρυθμό νεράκι να χαρίσει
κι ύστερα πάλι στα κλαδιά τον λαμπερό χορό του˙

εδώ που πέφτει η βροχή φυτρώνουν αστεράκια
ευωδιάζει όλ’ η γη ζωή ερωτευμένη
στη συναυλία παίζουνε τα τσέλο ανθισμένα.

Απόψε δεν έχει φεγγάρι
– αυτό είναι! –
και είπες να το ζωγραφίσεις.

Thursday, November 18, 2010

Οι φωτογραφίες

Δίνεις όσα δεν γνώριζες πως έχεις
κι όταν δεν έχεις, δίνεις ό,τι φρικτά χρειάζεσαι
όλο χρεωνόμαστε πλημμύρες
κι όμως συνέχεια η δίψα μάς ξεραίνει
ώσπου ν’ ανθίσει η πέτρα αμέθυστο
γύμνια πρωτόγονη που το θνητό σαρκίο ανασαίνει
- μάτια γεμάτα με νερά κι η θάλασσα όλο λείπει
όπως θλιμμένο το χαρτί μακριά απ’ το μολύβι˙

σβήνουν τα ίχνη στις πικρές παρειές
σύννεφα κρέμονται σαν φρούτα
χυμούν οι τίγρεις απ’ το βλέμμα στο φιλί
γίνομαι σώμα ιερό από παλιά θυσία
και στο νερό βυθίζεται μαχαίρι
όπως τα δάχτυλά σου στα μαλλιά μου.

Μετά, και ενώ τα ερωτηματικά γκρεμίζονται στο χάος,
δένουμε το σκληρό σκοτάδι με το φως του Σκορπιού
έχει παλιώσει η γερασμένη απόσταση – ωραία!

παρέα με τους νεογέννητους γαλαξίες σιωπηλοί
χαζεύουμε φωτογραφίες των γυμνών
ψυχών μας
- στο μπαλκονάκι του ουρανού καπνίζοντας
την Γνώση, την Συγχώρεση,
τις συννεφένιες λέξεις που θα λείπουν πάντα.

Sunday, August 1, 2010

Ο άγραφος Παράδεισος

Τα περασμένα που δεν έγιναν αναμνήσεις
παρά την ευωδία της σάρκας˙
αισθήματα πτερόεντα και σκέψεις ριζωμένες
στους ποταμούς από σπάταλη αιματοχυσία˙
ό,τι ήτανε καρδιά και συνεχίζει
το όνειρο έξω απ' τον ύπνο μας
οι θάλασσες που δύουν μέσα σου σαν γαλανή γαλήνη˙
το φως που σηκώνει ολόκληρα νησιά στον ουρανό
χωρίς ν’ αφήνει ελάχιστο σημάδι στους δρόμους
της σκόνης μας


εκεί όπου οι ματαιότητες σβήνουν αθόρυβα
μα και δεν κάνουν χώρο στην ελπίδα˙
ό,τι πέθανε χθες και δεν σου φέρνει λύπη
αρώματα σταματημένα σε ιστορίες ταπεινές
κι εκείνες οι μικρές στιγμές που ντύνεσαι πανσέληνος
σαν το παιδί που ήσουν πριν να γεννηθείς

είναι η γενναιοδωρία τού χρόνου που
- όπως πάντα αδιάφορος -

δεν θέλει να γίνει ποίημα.

Saturday, September 12, 2009

Βροχούλα ξεχασμένη


Σταγόνα τη σταγόνα ενώνονται κλωστίτσες ασημένιες
να φτιάξουν ραφινάτο δίχτυ για τα ψάρια-σκέψεις μας
μα αυτές ακόμα φεύγουν προς τα κει που καλοκαίρι˙
βροχή πιο ψύχραιμη απ’ το αίμα του ανεμίζει
η αλμύρα όλη της θάλασσας και τα ηλιοκαμμένα βλέφαρα
στα χείλη τώρα μοναχά γλυκές σταγόνες
η φύση επιδίδεται ξανά σε λεπτομέρειες καλλιτέχνη
σκέψη ενεός βυθίζεται στο πράσινό της σφρίγος.

Ανοίγει τότε η βροχή μια τρύπα στο κρανίο τού κόσμου
και κολυμπάει ανάσα ωκεανού η αμείλικτη σιωπή
νήμα το νήμα τυλίγεται η ακτή - τα ίχνη μας μαζί
η Πασιφάη σαν καρδιά στις φλόγες
ο Δαίδαλος με το σημάδι της ζωής του να γδύνει τον ύπνο
κι ο Ίκαρος μαζεύοντας κοχύλια
πριν απ’ την πτώση στην ελευθερία
αθώοι και κατάπληκτοι οι αρχιτέκτονες του Ελαχίστου

ακόμα δελεάζονται οι ομορφιές απ’ της ψυχής τα κύματα
λίγο πριν εξαφανιστούν στην βρόχινη αχλύ
ολόκληροι οικισμοί
παραθαλάσσια
χωριά
ερημωμένα.

Wednesday, June 3, 2009

Επειγόντως

Απλώνεται προκλητικό ανάκλιντρο το καλοκαίρι
θέλγητρα φρούτα προσκεφάλι εύοσμο
ηδυπαθείς κινήσεις προς το ανέφικτο
δίνει το σχήμα κοχυλιών ο άπιστος αέρας
ήσυχα σε αγκαλιάζει η μεγαλοθυμία τού καιρού
κι ο ουρανός βιβλίο ολάνοιχτο μελλοντικές επιθυμίες.

Πλάση λέγεται όταν ξυπνάει όνειρα˙
απλώνεται λοιπόν μια ησυχία-πλάνη
και περιμένεις να σε κάνει ταπεινό
δεν θες ούτε να κλάψεις ούτε να πετάξεις
έρχεται κατά πάνω σου ο καιρός
– για μια φορά είναι για καλό –
και η στιγμή γεννάει αστέρια.

Μυρίζει ο κόσμος καταδεκτικούς αγγέλους
η νύχτα απέχει μόνο ένα εγώ
απ’ το κρεβάτι σου
κι εσύ είσαι έτοιμος να αποδείξεις
ότι αξίζεις το ψέμα σου
- αποκαλύπτονται τα σώματα
σαν να σε κοίταξε κατάματα
και σου προσφέρει το νήμα τού γνώθι
εαυτόν και τον άλλο -
στον προθάλαμο της ηδονής
η ξαφνική καταιγίδα της σιωπής.

Κατακλυσμός οι νότες και αφήνονται
σε νοερά νερά με πλησμονή
πως ό,τι ξημερώνει
θέλει να σου κάνει τη χάρη
να γίνει η κάθε μέρα σου˙
μένεις μετά πιο ζωντανός στον ύπνο
- από κει θα φύγεις με την άνοιξη
μόνο για κείνο το σπίτι που βγάζει
κατευθείαν στη θάλασσα.

Tuesday, May 26, 2009

Momentum ~ η διάσωση

Μπαίνοντας στο σπίτι βλέπω ότι - σε ξένη κλίμακα -
έχει τεράστιο μεγαλώσει
– λιάζεται όμως γνώριμα χωρίς να ξεθωριάζει˙
ήχοι φωνές και νανουρίσματα σε καρεδάκια
χαρωπά κι ανάλαφρα
πινακοθήκη βιολετί και φούξια
αλλά και ασπρόμαυρα πλακάκια στην κουζίνα.

Γυρίζει απότομα η μαμά
να δει ποιος ήρθε ακάλεστος
ή κάποιο γράμμα απ’ το μέλλον
– ολοφώτεινη και με κοιτάζει γέλιο˙
έχω καιρό αμνημόνευτο να λούσω
τα μαλλιά μου σε τόσες ηλιαχτίδες.
Μου κάνει νόημα να πετάω
να μην πατήσω το που μόλις έστρωσε
στ’ αρχαία σανίδια
φευγάτο σκηνικό από ινδικό μετάξι
στους δρόμους τού Καΐρου˙
δυο δρασκελιές ολόκληρη η ζωή της
μύριες σκηνές φωτοχυσίας και λίγες
- απαραίτητες - του ερέβους˙
τα πιο πολλά απ’ τα πρόσωπα δεν τα αναγνωρίζω
– οδεύουν κι άλλα θαύματα εκτός απ’ τα σωσμένα –
είναι φορές που στέκονται σε πλήρη ακινησία
και με διάθεση παιδιού κλονίζουν τους ανθρώπους.

Ταβάνια διάσπαρτα εσώτατα σύμπαντα
που αναζητούν ψυχής καθρέφτες
ως τη ζώνη τού Ωρίωνα περίτρανα κιονόκρανα
αχναγγίζουν αχειροποίητες ζωγραφιές
και το διάστημα ανάμεσα στα δέντρα
ως άυλες μορφές Δομήνικου στα γαλανά τού Βερονέζε˙
φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα σημαίες φύλλα λεβάντας
αρώματα απαράλλαχτα, συν η "Σανέλ" της μάνας
και χρώματα αδιάρρηκτα από Μονέ και πέρα
ως πέρα η ορατότητα γυμνή και αστραποβόλος˙
κάτω απ’ τη στέγη μας που δείχνει κατευθείαν ουρανό
χαζεύουνε στην ετοιμόρροπη σκαλωσιά τού αιώνα
πουλιά χρωματιστά – από εκείνα που δραπέτευσαν
κι έμειναν τα ποιήματα άδεια
ως χάθηκε η γενναιότητα απ’ τον κόσμο.

Ζαλίζομαι ώσπου να συνηθίσω
ή να πιαστώ από γνώριμη αρτηρία –
α! να ο Φειδίας, πνιγμένος ως συνήθως στη δουλειά
– Αγνώριστη η πόλη μου! θέλω να του φωνάξω –
με χαιρετά από άλλο ποίημα ξετυλίγοντας
διπλώματα ευρεσιτεχνίας ως την ανακτημένη
όραση του Ομήρου
του Αισχύλου οι στίχοι δέντρα πια θεόρατα
ο Βράχος, αν προσέξεις, έλιωσε – μου λέει με νοήματα –
εκεί που οργιώδεις αναβλύζουν˙
να κι η αναφορά της μέλισσας με υπογραφή Καβάφη
κι ο σκύλος που συνόδευσε την εξόδιο του Μότσαρτ
υπό βροχήν και κάτω από τις αστραπές τού Λούντβιχ˙
άρθρα ανάγλυφα του Καστοριάδη
με λίγο αίμα απ’ του Πουλαντζά την πτήση˙
πιο δω, προσγειωμένος ο πατέρας μου
ζωή που ξεχειλίζει - και μια βροχή:
λουλούδια, φρούτα, ψάρια στον αέρα
όπως συμβαίνει πριν τελειώσει ο Μάης.

Και η άλλη που με γνώρισε – η τελευταία, θυμάμαι –
η Αριγνώ, κατέβηκε από τη ράχη τής Σφίγγας
έλυσε το φουλάρι της πάνω απ' τις Πυραμίδες
και ήρθε και με ξύπνησε με χίλια μετρημένα ροδοπέταλα
και γεύση κερασιού στη μνήμη.

Και έναν πόνο ελαφρύ στον δεξιό μου κρόταφο
– μάλλον νοτιοανατολικά της τύρβης.

Άνθρωποι! δεν θα δύσουμε!
φώναζε ο τελάλης σαν κατάρα.

Thursday, May 21, 2009

ΚαιροΦυλακτό

Στην είσοδο του ήλιου κολλητά στο παράθυρο
οι φρέζιες που ευνοήθηκαν αειθαλείς – στο βάζο˙
βάζω λέξεις ξερολιθιές όπου αδιαμαρτύρητα
συντρίβονται τα πεύκα απ’ το φως
– σκοτάδι, το πολύ ένα τζιτζίκι που τρεμοπαίζει
αβέβαιο μέλλον στην παλιά του φυσαρμόνικα.

Έτοιμος ο πίνακας – και υπογραφή:
εγώ, η άστεγος του ονείρου

Έξω απ’ το τζάμι στο περβάζι άσπρη άμμος
λευκό και το στεφάνι της από το κυματάκι
της το χαρίζει αιώνες απαράλλαχτα καινούργιο
η θάλασσα-σμαράγδι - κι έχει το χρώμα ακριβώς
από το δαχτυλίδι που μου άφησε η μάνα μου
πριν φύγει.

Σε άλλη φωτογραφία η Ελένη ξένοιαστη, λουλούδι
που παντρευόταν μοναχά στον ύπνο της
πολύ πριν με γεννήσει, δηλαδή – και έπεσα
από το άλικο φιλί στο μαύρο κλάμα
λες και δεν είναι αρκετά πυκνογραμμένη η ιστορία
της απατηλής διάρκειας και των πικρών ανέμων
– χαμσίνι λέγονταν κι έφερναν άμμο έρημο
ως δυσλεξία κατευθείαν μες στο στόμα.

Σύννεφο πουπουλένιο θα κατέβει στην αιθρία μου
από γαλάζιο δάκρυ της κατάκαρδα να με χτυπήσει τώρα
στάλα σφαίρα
– αχ, μάνα, μόνο για να σε διαψεύδω ζω το σήμερα
που όλο μου ’λεγες
Δεν θέλω να στενοχωριέσαι! Θα δεις, θα με ξεχάσεις...

Προσωρινά, φουσκώνω μαξιλάρι υπαίθριο
για ρηχό ύπνο και να με ξυπνήσεις
μόλις πέσεις με το αστέρι σου
– καιρός μου πάλι να μετακομίσω.

Sunday, April 26, 2009

Ferry~tail

Σαν ετοιμόρροπο τραγούδι συγκινημένο
βρεγμένο ως το κόκκαλο
τρεκλίζει όνειρο ξανά για το γκρεμό˙
φτάνει λοιπόν τροχιά ερωτευμένη
που κοιτάζει προς τα πίσω
απ’ την εδώ μεριά ριζώνουνε τα πόδια
μες στο τρέμουλο πως τώρα θ’ αγκαλιάσεις
- οι πεφιλημένοι ενόψει -
κι ο νους παράλυτος φεύγει στην κατηφόρα
ολοπρόθυμος θαύμα το επόμενο
να ονομάσει ουτοπία γιατί, αχ πώς φοβάται
να περάσει απέναντι στο γάλα
της μητρός που πίκρα φέγγει
ως το φτάσιμο της απειλητικής θέας.

Μόνο στην αδικία απέναντι είμ’ εντάξει
στεγνώνω δάκρυα στον ήλιο
με την άφεση που μοιάζει αμαρτία
κι ο μορφασμός περνιέται για χαμόγελο

τρέχω, πετάω, βλέπω κι ύστερα
πετάω το κλειδί του πεπρωμένου
στην αδηφάγο σχάρα του υποχρόνου
- έτσι ταΐζω τα παιδιά
του (υπο)νόμου.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...