Friday, May 30, 2014

Το καλοκαίρι πάλι εννέα μηνών



Μας πήγε απ’ το συνοφρυωμένο γκρι με τις μακρινές βροντές, ανάμεσα στα ενθουσιώδη πράσινα που γίνονται χρώμα σε μια νύχτα, τις θριαμβικές εμφανίσεις του ήλιου στα καφασωτά και τους γυμνούς ώμους. Στις μέρες του, όπου δεν χωράει ο θάνατος (λες και είναι ποτέ απών), κάναμε στάση σε κάτι χέρσα χωραφάκια: ο έρωτας στα ύψη, κι από κάτω, στα διαλείμματα, σπέρναμε πάλι τις καχεκτικές ελπίδες μας,
οι οποίες – ως γνωστόν, καλοπροαίρετες και συγκινητικά αφελείς – καταπατήθηκαν από τον άφαντο αλλά κυρίαρχο φόβο. Από κλαδί σ’ άλλο κλαδί γαντζώνονται τα δειλινά αντί για την κραυγή μας.
Πριν παραδώσουμε τα παπούτσια μας και παραδοθούμε στα εφήμερα, χαρίζω την Οφηλία στον Ρωμαίο
(να δω πώς θα τα βγάλει πέρα το παιδί των σαλονιών)· πάω με τον Άμλετ στις ομίχλες του εφιάλτη
και στην κατακρήμνιση όλων των βεβαιοτήτων.
Η Ιουλιέτα τουλάχιστον πολεμάει με το βελονάκι τον άδικο θάνατο – πότε καρδιά, πότε λουλούδι.
Μελαγχολία είναι η γυμνή ανηφόρα και έχει το ήθος της τρικυμίας – ωστόσο έχει τα κότσια να γελάει κατάμουτρα στην αλαζονεία της μοίρας.

Για πότε ξεράθηκαν οι χελιδονοφωλιές...
Τα τρομαγμένα πουλιά είναι οι σκέψεις μας στην απελπιστική τους φτώχεια.

Έτσι φεύγει φέτος ο Μάης: ολάνθιστος και σκονισμένος. Σαν ολοκόκκινο μπαλόνι που ξέχασαν να το πετάξουνε ψηλά κι άφησε τα χρώματά του στο κατώφλι του καλοκαιριού – όπου, ως γνωστόν, όλα τα κάλπικα καίγονται. Και φωναχτά και στο σκοτάδι.

#απόσπασμα#


LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...